b – bye, Felicia

b: μπάσταρδος (Η.Β.)

B&D: σαδομαζοχισμός

babe: μωρό, γκομενάκι

babes: μωρό, γκομενίδιο

baby: μωρό, γκομενίδιο

banana: αφομοιωμένος στην Δύση νοτιοασιάτης, εκ του yellow on the outside but white in the inside (προσβλητικό)

BDSM: μπιντιεσεμισμός, σαδομαζοχισμός

b-girl: κονσοματρίς

babbage: μαϊμού

babe: μωράκι, γκομενάρα, μανούλι, μουνάρα

babelicious: μουνάρα

Babylon: λευκό ρατσιστικό κατεστημένο, Αγγλία (Τζαμάϊκα)

baby-snatcher: παιδέρας

baccy: καπνός, ταμπάκο

back pack: κώλος, κωλάθρα

backdoor man (1): κρυφός γκόμενος παντρεμένης

backdoor man (2): κολομπαράς

backslang: ποδανά

baby: γκομενάρα, μανούλι, μουνάρα

baby arm: πούτσος

bacon: φταλέ, κασέρι, μπικικίνια

bad: άψογο, γαμάτο

badass:  δεν μασάει, μάγκας,  μούτρο, καθίκι

badinkadink: κωλαράκι

baddy: κακούργος

badmouth: κακολογώ, αδειάζω

bad news: μαλάκας, μπελάς

bae: κολλητουμπινάκι, μπάε, μωρό μου

bag (1): αγαπημένα πράγματα κάποιου

bag (2): ζόρι

bag (3): κάνω κοπάνα

bag (4): κλέβω

bag (5): συλλαμβάνω

bag (6): κωλόγρια

bag (7): χαμούρα

bagel bender:  Εβραίος (προσβλητικό)

bag lady:  άστεγη

bagpipe:  σεξουλικός ερεθισμός δια της μασχάλης, γαμησομασχάλης

bald pussy: φαλακρό μουνί, καραφλόμουνο

baller:  παιχταράς

ball (1): αρχίδι

ball (2): γαμάω

ball (3): γλεντάω

ball and chain: σύζυγος

ball-breaker: σπασαρχίδης

ball-buster: σπασαρχίδης

ballpark: γκρόσο μόντο, μες τις άκρες

balls (1):  μπαλάκια, αρχίδια

balls (2):  κότσια

baloney:  παπαριές

bampot:  βλάκας, στόκος

bananas:  θεόμουρλος

banana truck:  θεόμουρλος

bandit:  πουστάρα (Η.Β.)

bang:  γαμάω, πηδάω

bangles (1):  βυζιά

bangles (2):  αρχίδια

barbie (1): ωραία γκόμενα τ. βούρλο

barbie (2): μπάρμπεκιου (Αυστραλία)

bar hopping: μπαρότσαρκα

bare-back:  ακάποτο

barf:  ξερνώ, ξερατό

barf-city:  αηδιαστικό μέρος

barf-out:  αηδιασμένος, ξενερωμένος

bar fly:  μπαρόβιος

barking:  θεόμουρλος (Η.Β.)

barmy: τρελαμένος

base: κρακ (κοκαίνη)

basehead: χρήστης κρακ (κοκαίνης)

bash the bishop: την παίζω

basic:  συμβατικές γκόμενες  (π.χ. συχνάζουν στα Στάρπαξ, φοράνε μπότες Ουγκ και ακούνε Μπίμπερ)

basic white girl:  συμβατικές γκόμενες  (π.χ. συχνάζουν στα Στάρπαξ, φοράνε μπότες Ουγκ και ακούνε Μπίμπερ)

basket-case:  πανύβλακας, διανοητικά καθυστερημένος ή ανάπηρος (προσβλητικό)

batshit:   θεόμουρλός/η

battleaxe: μέγαιρα

battyman: πουστάρα

bazongas: βυζάρες

bazookas: βυζάρες

b-ball: μπάσκετ

BBC (1): αραπόπουτσα, εκ του big black cock

BBC (2): τσάρλης, κύπριος εξ Αγγλίας (εκ του British Born Cypriot)

BBW: ωραία χοντρούλα, εκ του big beautiful woman

beamer: μπάμπα (BMW)

beans: φταλέ, μπαγιόκο

beaner: Μεξικάνος (ΗΠΑ, προσβλητικό)

beak: μυτόγκα

beat: ψόφιος, κουρασμένος

beat black and blue: ρίχνω το ξύλο της αρκούδας

beat feet: τηγκανά

beat it: δίνε του

beat off: την παίζω

beat the crap out of: το ξύλο της αρκούδας

beat the meat: την παίζω

beat the shit out of: ρίχνω το ξύλο της αρκούδας

beat the snot out of: ρίχνω το ξύλο της αρκούδας

beaver: μουνί

beaver-shot: φωρογραφία όπου φαίνεται το μουνί κάποιας

Bedfordshire:  ώρα για ύπνο (Η.Β.)

bed-nagging:  κρεβατομουρμούρα

beef: αντιμαχία, βεντέτα, μπιφ

beefcakes: σφίχτης, ντούκι

beef curtain: μουνόχειλα

beefer: πούστης

beef-up: βελτιώνω, φτιάχνω, φουσκώνω (γυμναστική)

been there, done that, have a T-shirt to prove it:    όταν εσύ πήγαινες, εγώ γυρνούσα

bee’s knees: γαμάτο, άψογο

bee stings: μικρά βυζάκια

beezy: γκόμενα

be in a right pickle: τρώω χοντρό πακέτο

bejesus: ο Χριστός κι η μάνα του!

bellend (1): πουτσοκέφαλο

bellend (1): παπάρας, τσογλάνι

bells and whistles: φρουφρού κι αρώματα

belt up: σκασμός

bend over backwards: φιλώ κατουρημένες ποδιές

bender (1): γκέουλας (Η.Β.)

bender (2): μπαρότσαρκα (Η.Π.Α.)

benny: αμφεταμίνη

berk: βλαξ

bertie: πούστης (Η.Β.)

best mate:  κολλητός, κολλητή, κολλητάρι

bestest:  καλυτερότερο

bestie:  κολλητάρι, κολλητουμπινάκι

bevvied:  ντίρλα (Η.Β.)

b-girl: πουτάνα, δεύτερη

bizzle: γκόμενα

biatch: στρίντζω, μπιτσάρα, μπιτσόνι, κάρχια

bi-curious:  αμφιπερίεργος, άντρας είναι αυτός που τον έφαγε και δεν του άρεσε

bicycle kick: ψαλιδάκι

Big Apple: Νέα Υόρκη

big brown eyes: βυζάρες

big cheese: γενικός δερβέναγας, ο γραν γαμάω

big house: ψειρού, στενή (Η.Π.Α.)

biggie: πολύ σημαντικό (Η.Π.Α.)

biggie: μεγάλη κουράδα (Η.Β.)

big in Japan: όταν μεγαλοπιάνεσαι ότι είσαι και καλά σπουδαίους κάπου αλλού

bigwig γενικός: δερβέναγας

biker: μηχανόβιος

bilker:  φεσατζής, μπαταξής

bint: γκόμενα (προαβλητικό)

bimbo: βούρλο, μπίμπω

bimmer: μπέμπα (BMW)

bingo! α γεια σου!

bint: πιτσιρίκα (Η.Β.)

bird: γκόμενα (Η.Β.)

birdbath: χαζοβιόλης (Η.Β.)

birdbrain: στόκος, χαζοβιόλης

birding: καμάκι (Η.Β.)

birth control seats: καθίσματα αυτοκινήτου τ. μπάκετ

bitch (1): στρίντζω, μπιτσάρα, μπιτσόνι

bitch (2): το πουτανάκι μου (μειωτικό)

bitch (3): γκόμενα

bitch (4): φιλενάδα (μεταξύ γυναικών)

bitch (5): δυσκολία, αγγούρι

bitch (5): γκρινιάζω

bitchin’: καραλέει, γαμάτο

bitch tit: ανδρικά βυζιά, βυζάκια που αποκτούν οι σφίχτες από τα πολλά αναβολικά

bitchy: κακιασμένος

bite the dust:  τρώω χώμα, τα τινάζω

bite your arm off: θα έκανα τα πάντα για…

blabbermouth: φλύαρος

black: μαύρο (χασίσι)

black and white: μπατσικό

black box: μουσουλμάνα με μπούρκα (Η.Β.)

black velvet: μαύρη γκόμενα (προσβλητικό)

bladdered: ντίρλα, λιώμα

blag: κλέβω, εξαπατώ (Η.Β.)

blamestorming: διαλογικό βρίσ-οφ με σκοπό την απόδοση ευθυνών

blast (1):  περνάμε γαμάτα (Η.Π.Α.)

blast (2): φτου γαμώτο!  (Η.Β.)

bleedin’: το γαμημένο

bleeding hell: σταγδιάλα να πάρει

blighty: Αγγλία

blim: ψίλος, η μικρότερη δυνατόν αξιοποιήσιμη ποσότητα χασισιού (Η.Β.)

blimey!  Χριστούλη μου, αμάν, έλα ρε,  τι λες τώρα. Εκ του “God blind me!”

blimp (1): πομπώδης τύπος (Η.Β.)

blimp (1): χοντρέλας (Η.Π.Α.)

blimp-out: την ταρατσώνω

blind drunk: τύφλα, ντίρλα

blinding: άψογο, γαμάτο

bling (1): χρυσαφικά, λιλιά

bling (2): o ήχος του κινητού όταν έρχονται εσεμές

bling-bling: χρυσαφικά, λιλιά

blinkered: αγύριστο κεφάλι

blissed-out:  την άκουσε, φτιαγμένος, χάι

blitzed: ντίρλα

blob (1): χοντρομπαλάς, μπαφούσκας

blob (2): πτώμα, θύμα τροχαίου (Η.Β.)

bloke: τυπάς (Η.Β.)

blocked: μαστουρωμένος, φτιαγμένος (Η.Β.)

blockhead: IQ ραδικιού, στόκος

blood: φιλάρα, αδερφέ (προσφώνηση αφροαμερικανών)

bloodclat: μουνόπανο (Τζαμάικα)

bloody: το γαμημένο

bloody hell! γαμώτο!

bloomin’: το γαμημένο

blooper: πατάτα, σαρδάμ

blot:  κώλος (Αυστραλία)

blotto:  κουνουπίδι, σκνίπα

blow a raspberry:  κάνω πριτς, γιουχαΐζω, κάνω ζάρπα, προπηλακίζω

blow (1): παίρνω πίπα

blow (2): καπνίζω

blow (3): πατώνω

blow (4): ρουφάω κόκα από την μύτη

blow (5): κάνναβη

blow (6): ταμπάκο

blow (7): κοκαίνη

blow a raspberry: κάνω ζάρπα,  κάνω καζούρα, γιουχάρω, προπηλακίζω

blow job: πίπα, τσιμπούκι

blown away (1): δολοφονημένος

blown away (2): ενουσιώδης

blow me (1): πάρε μου μια πίπα (Η.Π.Α.)

blow me (2): φτου γαμώτο! (Η.Β.)

blow off (1): απορρίπτω (Η.Π.Α.)

blow off (2): κλάνω (Η.Β.)

blow one’s load: χύνω

blow one’s mind: μένω μαλάκας, τρελαίνομαι

blowsing: σνιφάρω κόλλα (Η.Β.)

blub: κλαίω (Η.Β.)

blue and white:  μπατσικό

blue balls: ο πάσχων από παρατεταμένη αγαμία

bluegum: τεμπέλης μαύρος (ΗΠΑ, προσβλητικό)

blue waffle: μολυσμένο μουνί

blumpkin: όταν σου παίρνουν πίπα την ώρα που χέζεις

B.O.: σωματική μπόχα

bod (1):  σώμα, κορμί, κορμάρα (Η.Π.Α.)

bod (2):  παπάρας, εκνευριστικός άνθρωπος (Η.Β.)

bodge: άρπα κόλλα (Η.Β.)

boff (1): βαράω, ρίχνω μπουνίδι

boff (2): κωλομέρια (Η.Β.)

boff (3): γαμάτο ανέκδοτο (Η.Π.Α.)

boff (4): γέλιο (Η.Π.Α.)

boffo: άψογο (Η.Π.Α.)

boffola: το γέλιο της αρκούδας (Η.Π.Α.)

bog: τουαλέτα (Η.Β.)

bogey (1): μύξα, κακαράντζα

bogey (2): μπάτσος (Η.Β.)

bog Irish: μπασκλάς Ιρλανδός (προσβλητικό)

bog roll: κωλόχαρτο

bog-trotter: Ιρλανδός (προσβλητικό) (Η.Β.)

bogus: μαϊμού, πέτσινο, αβαβά

boho: μποέμικο

bohunk: μπασκλάς εμιγκρές εκ Κεντρικής Ευρώπης (Η.Π.Α., προσβλητικό)

boiler: γυναίκα (προσβλητικό) (Η.Β.)

boink: γαμάω (Η.Π.Α.)

bollocking: ξεχέσιμο (Η.Β.)

bollocks (1): αρχίδια  (Η.Β.)

bollocks (2): σκατά, μάπα πράμα, για τα μπάζα (Η.Β.)

bomb (1): τα σπάει, δεν υπάρχει

bomb (2): πανάκριβο

bomb (3): πατώνω

bomb (4): βάζω την την υπογραφή-γκράφιτι μου σε τοίχο

bombed: ντίρλα ή ντάγκλα

bombshell: μουνάρα, σεξουάλα

bonehead (1):  πανύβλακας (Η.Β.)

bonehead (2):  σκινάς (Η.Β.)

boner (1):  γκάφα

boner (2): σηκωμάρες, καύλες

bones: ζάρια

bong: ναργιλές για φούντα, μπονγκ

bonghead: μπαφόβιος

bonk: πηδάω (Η.Β.)

bonkers: θεόμουρλος/η

boo:  φούντα

boob (1):  βυζί

boob (2):  παπάρας

boob (3):  ψειρού, μπουζού

boo-boo:  γκάφα, μαλακία

boob job:  πλαστική στήθους

boobs:  βυζιά

boob tube: χαζοκούτι, τιβί

booby: μουρλός

booby hatch: μουρλοκομείο

booger: μύξα, κακαράτζα

boom-box:  φορητό στερεοφωνικό, βλ. και ghetto-blaster

boom-boom:  φίκι-φίκι

boondocks: μακρινό ΓΤΠ προάστιο

boondoggle: άχρηστο έργο, πεταμένα λεφτά

boonga: νησιώτης του Ειρηνικού (Ν. Ζηλανδία, προσβλητικό)

boonies: μακρινό ΓΤΠ προάστιο

bootleg: κλόπυραϊτ, πειρατικό

bootlip: μαύρος, αράπης (ΗΠΑ, προσβλητικό)

bootylicious: τσουπωτή μουνάρα

booty: κώλος, κωλάρα, κωλομέρια

booty call: ξεπέτα ή κάλεσμα σε ξεπέτα

booty cleavage: κωλοσχισμή, κερματοδέκτης

booze: ξύδια

bot:   ιντερνετικό ρομποτάκι

bottle:  κότσια (Η.Β.)

bottom-dweller: πατόψαρο

bottom of the barrel:  δευτεράντζα, πάτος του βαρελιού

bottoms up:  άσπρο πάτο

bouncer (1):  μπράβος, φουσκωτός, πόρτας

bouncer (2):  ακάλυπτη επιταγή

bouncy-bouncy:  φίκι-φίκι

bow and scrape: φιλώ κατουρημένες ποδιέ

bowser: μπάζο, χαμούρα (Η.Β.)

bow-wow: μπάζο, μουνόσκυλο

box (1):  μουνί

box (2):  κώλος (σε γκέικη αργκό)

box (3):  πούτσος, αρχίδια

box (4):  φέρετρο, έπιπλο

box (5):  τηλεόραση

boystown:  γκέικη γειτονιά

bozo:  καραγκιόζης

brackers:  ταπί, ρέστος (Η.Β.)

brain fart: εγκεφαλοκλάνι

brass monkeys: πουτσόκρυο (Η.Β.)

bread: μπαγιόκο, φταλέ, κασέρι

break away: την κάνω με ελαφρά πηδηματάκια

break the news:  λέω τα νέα, λέω τα κακά μαντάτα

bregret: μετανιωμένος Βρετανός φευγουμευρώπης

bremain(er):  Βρετανός μενουμευρώπης

brexit(er):  Βρετανός φευγουμευρώπης

brew (1): καφές

brew (2): μπύρα

brewski: μπυρόνι (Η.Π.Α.)

brick: τούβλο, απαρχαιωμένο ή αχρηστεμένο κινητό

brickberry: εφεδρικό απαρχαιομένο κινητό

brill (brilliant): άψογο, τζάμι

bringdown: ξενέρωμα

bring your own booze (BYOB):  φέρτε και το ποτό σας

bristols: βυζιά (Η.Β.)

bread: φταλέ, μπαγιόκο

bro: φίλος, καρντάσης

brotherfucker: πουστάρα

broad: γκόμενα, μούνα (Η.Π.Α.)

broke: ταπί και ρέστος

bromance: κολλητιλίκια μεταξύ ανδρών

broom-broom: τουτού

brothel creepers: παπούτσια με φαριές σόλες τ. desert boots (Η.Β.)

brothel stompers: παπούτσια με φαριές σόλες τ. desert boots (Η.Π.Α.)

brown eye:   κωλοτρυπίδα (Αυστραλία)

brown hatter:  πούστης

brownie hound:  πούστης

brownie points:  πόντοι που μαζεύουν οι γλείφτες

brown sugar:   μαυρούκω

brown-nosing:  μυτοκώλι, γλείψιμο

B.S.: μαλακίες, παπαριές

bubbies: βυζιά

bubble ‘n’ squeek: Έλληνας, λόγω ομοιοκαταληξίας με “Greek” (Η.Β.)

bubbly: σαμπάνια

bucket: κουβάς (αμάξι)

buddha bead: ασιάτης, κιτρινιάρης (προσβλητικό)

budge up: κάνε ένα κώλο πιο πέρα να κάτσω

buff (1): γυμνό δέρμα

buff (2): οπαδός, κολλημένος

buffie: μαύρος, αράπης (ΗΠΑ, προσβλητικό)

bufu: πουστάρα

bug (1):  πρήζω κάποιον/α

bug (2):  κοριός

bug (3):  ιός

bug-fucker:  φίφας, μικροτσούτσουνος (Η.Π.Α.)

bug off:  δίνε του

bugger (1):  κωλογαμάω, σοδομίζω

bugger (2):  φτού, γαμώτο, να πάρει

bugger (3):  κολομπαράς

bugger (4):  μαλάκας, κόπανος

bugger off:  δίνε του, άσε μας κουκλίτσα μου

buggery: κωλομπαριλίκι, σοδομισμός

bug house: μοΟυρλοκομείο (Η.Π.Α.)

built like a brick shit-house: σφίχτης, ντούκι

bull-dyke: λεσβόγκα, ανδρούτσος

bullshit: ψέματα, μαλακίες

bullshiter: ψεύτης, παπάτζας

bull session: παπαρολογική συζήτηση

bull-whip: βοϊδόπουτσα (μαστίγιο)

bum (1): κώλος

bum (2): αλήτης, χαραμφάης

bum (3): κάνω τράκα

bum around: κωλοβαράω

bumboy: πουσταρέλι (Η.Β.)

bum chum: γκέη παρτενέρ

bummed out:  νταουνιασμένος, χαλασμένος

bummer (1):  άσ’ τα βράσ ‘τα, γάμησέ τα

bummer (2):  κακό ψυχεδελικό τριπάκι

bumblefuck:  πουστάρα

bump:  αντικαθιστώ μπαμπέσικα κάποιον σε λίστα αναμονής

bump-off:  δολοφονώ

bum rap:  αβάσιμη κατηγορία, ρετσινιά, λάσπη

bung: δωροδοκία, εξτραδάκι

bunghole: κωλοτρυπίδα

bunk: άκυρο, κουλό

buns:  κωλομέρια

buppie: μαύρος γιάπης

burbs: προάστια (Η.Π.Α.)

burn artist: λαμόγιο

burnt: καμένος, καψίδι

burrhead: μαύρος, αράπης (ΗΠΑ, προσβλητικό)

bush: μουωί

bushed: πτώμα στην κούραση

bushwa: παπαριές

bust: σύλληψη, κυρίως για ναρκωτικά

bust a load: χύνω

busted: σ’ την έφερα, σε ξεγέλασα, σε τσάκωσα, σε συνέλαβα

butch: αντρούτσος

butt: κώλος

buttplug: πορδοβούλωμα, τάπα

butt buddies:  κολλητάρια

butt crack:  κωλοχαράδρα,  κωλοσχισμή, κερματοδέκτης

butt fuck: κωλογαμήσι

butt-out: ούστ, μην ανακατεύεσαι

butt-pirate: πουστάρα

butterface: γκόμενα γαρίδα

buttfucker: πούστης, κωλομπαράς

buttinsky: παρείσακτος (Η.Π.Α.)

button: κλειτορίδα, κουμπί

buttoned-up: συντηρητούκλα

butt-ugly: θεόμπαζο

buy the farm: τινάζω τα πέταλα

buzz (1):  φήμη, σούσουρο

buzz (2):  αίσθηση ευφορίας

buzz off:  δίνε του

bye, Felicia:  ξεκουμπίδια (εκφέρεται όταν κάποιο αδιάφορο άτομο φεύγει από την παρέα)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s