cabbage – cut the crap

cabbage (1): βλάκας, στόκος

cabbage (2):  φταλέ, κασέρι, μπικικίνια

caboodle: τα πάντα όλα

caca:  σκατά, κακά (Η.Β.)

cack:  σκατά

cack-handed:  άγαρμπος, ανίκανος (Η.Β.)

cad:  παλιάνθρωπος

cahoots: πλακάκια

cake (1): κώλος, κωλάρα, κωλομέρια

cake (2): εύκολο!

cakehole: στόμα, στόμας (Η.Β.)

calaboose: μπουζού

call it quits: τα παρατάω, τα βροντάω

camel jockey: άραβας (προσβλητικό)

cameltoe:  καμηλό μουνί, μουνί που διαγράφεται στο πεντελόνι

camp:  θυληπρεπές, γκέικο

camp:  κιτσάτο

can (1): τουαλέτα

can (2): απολύω, διώχνω

can (3): κώλος, κωλομέρια

can (4): μπουζού

canary: ρουφιάνος, σπιούνος

cancer stick: τσιγάρο

can do: do το έχω!

candyass: μαλακοπίτουρας, κουλός (Η.Π.Α.)

candyman: διακινητής ναρκωτικών (Η.Π.Α.)

candy flip: πίνω LSD μαζί με MDMA

canned: ντίρλα

canny: μάγκας, σπίρτο, της πιάτσας (Η.Β.)

can of worms: δυσάρεστη και μπεδεμένη κατάσταση

cannon fodder: κρέας για κανόνια

Canuck: καναδός (προσβλητικό)

capiche? καταλαβού; γκέγκε;

cark: τινάζω τα πέταλα (Αυστραλία)

carney: καπάτσος

carnie: καρναβαλάνθρωπος

carrot-top: κοκκινοτριχης

cat (1): τυπάς (εις την μπητνικική)

cat (2): κακούργα

cat (3): μουνί

cat (4): πουστάρα (Αυστραλία)

cat lady: γατού

cash in one’s v-card:  χάνω την παρθενιά μου

carpetmuncher: λεσβία επιδιδόμενη σε γειφομούνι

catch some rays: με βλέπει ο ήλιος

catch some z’s: κόβω τούφες

catchy: πιασάρικο

cathouse: μπουρδέλο

cat lick: καθολικός (Η.Β.)

cell: κινητό

ceiling inspector: πρόθυμη σεξουαλική παρτενέρ

celly: κινητούμπα

cessy: αηδιαστικό, σίχαμα (Η.Β.)

chain smoking:   καπνίζει σερί, φουγάρο

champagne socialist: χαβιαριστερά

chapeau! σαπό!

charity bang (1): γαμήσι του ελέους

charity bang (2): ἥτις προσφέρει γαμήσι του ελέους

charlie: κομμούνι. Εκ του Victor Charlie, κωδικού γι9α κομμουνιστές κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ (Η.Π.Α.)

chat up: φλερτ

check! ναί! (Η.Π.Α.)

cheddar: κασέρι, φταλέ, μπαγιόκο

cheese (1): κασέρι, φταλέ, μπαγιόκο

cheese (2): σημαντικό άτομο

cheeseball: σιχαμερό και χαμερπές άτομο

cheesecake: φωτογράφηση γυναικών με ωραίες αναλογίες

cheesy: φτηνιάρικο, καρακίτς

chav: τσαβό, γύφτος, γύφτουλας

chavette: τσαβή, γύφτισσα

cheapo: φτηνιάρικο

cheapskate: φτηνιάρης, τσίπης

cheap whore: φτηνή πουτάνα

checking someone’s oil: βάζω μουνοδάχτυλο

check it out: τσεκεράου

cheesed off: ξενερωμένος

cheesy: φτηνιάρικο, κιτς

cherry: οαρθενιά, παρθένα

chesticle: βυζί

chichi: κυριλέ, δήθεν

chick: γκόμενα, γκομενίτσα

chicken: κότα, χέστης

chickenhawk: γερομπινές που την πέφτει σε τεκνά

chicken ranch: επαρχιακό μπουρδέλο

chickenshit (1): παπαριές, ηλιθιότητες

chickenshit (2): χέστης, δειλός

chickenshit (3): σκουπίδι, φτηνιάρικο

chill(ing) out: χαλάρωσε, τσίλαρε

chillum: πίπα για μαύρο

chink: κινέζος, κιτρινιάρης (Η.Π.Α., προσβλητικό)

choad: πουτσάρχιδα

chocolate bandit: πούστης

chode: μικρό τσουτσούνι

choke a darkie: χέζω (Αυστραλία)

choke the Bishop: μαλακίζομαι

choke the chicken: μαλακίζομαι

chompers: δόντια

chopper (1): ελικόπτερο

chopper (2): μηχανή ή ποδήλατο τσόπερ

chopper (3): πούτσος (Η.Β.)

chopper (4): αυτόματο πολυβόλο (Η.Π.Α.)

chota bags: αρχίδια

chrome dome: καράφλας

chromo: πουτάνα (Αυστραλία)

chuck up: ξερνάω

chubby-chaser: μπαζοφονιάς με προτίμηση σε χοντρές

chuff (1): κώλος (Η.Β.)

chuff (2): πορδή (Η.Β.)

chuff nuts: ταρζανίδια

chug: πίνω αλκοόλ (Η.Β.)

chuffed: περήφανος

chunder: ξερνάω (Αυστραλία)

chutzpah: θράσος

ciggy: γάρο

clam up: το έχει βουλώσει, δεν μιλάει

clap: βλεννόρροια

class act: ωραίος, ξηγιέται μερακλαντάν

Cleveland Steamer: η αφόδευση πάνω στο στήθος

clever Dick: εξυπνάκιας

clinker: αποτυχημένος

clit: κλειτορίδα, κουμπί

clitface: βλακέντιος, στόκος

clit licker: μαλάκας, τσογλάνι

clitty litter: αποξηραμένα μουνοχύματα

close call: παρά τρίχα

closet: κρυφός

closet case: κρυφή αδελφή

closet queen: κρυφή αδελφή

cobblers (1): βλακείες, παπαριές

cobblers (2): αρχίδια

cock: πούτσος

cockamamie: γαλείο, απίθανο

cockass: μαλάκας, κόπανος

cockbite: μαλάκας, κόπανος

cockblock: τρώω κοκομπλόκο, κομπλάρω

cockburger: μαλάκας, κόπανος

cockeyed: ντίρλα, τύφλα

cockface: μαλάκας, κόπανος

cockhead: μαλάκας, κόπανος

cockjockeyπουστάρα

cockknoker: πουστάρα

cockmaster: πουστάρα

cockmongler: πουστάρα

cockmonkey: βλακέντιος, στόκος

cockmuncher: πουστάρα

cocknose: βλακέντιος, στόκος

cocknugget: βλακέντιος, στόκος

cockshit: βλακέντιος, στόκος

cock pocket: στόμα, μουνί

cocksmith: πουστάρα

cocksmoke: πουστάρα

cocksmoker: πουστάρα, τσιμπουκλής

cocksniffer: πουστάρα

cock snot: χύσια

cocksucker (1): ψωλογλείφτης/ισσα

cocksucker (2): τσογλάνι, μαλάκας

cock-tease(r): ανάφτρα

cock-up: σκατώνω κάτι (Η.Β.)

codger: γερομπισμπίκης

cods: αρχίδια (Η.Β.)

cockwaffle: βλακέντιος, στόκος

coconut (1): λατινοαμερικανός που το παίζει λευκός, εκ του brown on the outside but white in the inside  (Η.Π.Α., προσβήτικό)

coconut (2): Ασιάτης που το  παίζει λευκός, εκ του brown on the outside but white in the inside  (Η.Β., προσβήτικό)

coconut (3): μαύρος που το παίζει λευκός, εκ του brown on the outside but white in the inside  (Η.Π.Α., προσβήτικό)

coconut (4): νησιώτης του Ειρηνικού που το παίζει λευκός, εκ του brown on the outside but white in the inside  (Ν. Ζηλανδία, προσβήτικό)

coffin nails: τσιγάρα

cojones: κότσια, αρχίδια

coke: κόκα

cokehead: κοκάκιας

cokie: κοκάκιας

cold turkey: με το μαχαίρι

come (1): χύνω

come (2): χύσια

come on: την πέφτω

come out (of the closet): εκδηλώνεται (ως γκέης)

commie: κομμούνι

con (1): κάνω λαμογιά

con (2): λαμόγιο

con artist: αρχιλαμόγιο

conk: μυτόγκα

coochie: μουνί

coochtang: μουνί

cool: γαμάτο, σωστό, κουλ

cool head: ωραίο τυπάκι

cool cat: ωραίο τυπάκι

coon (1): αράπης (Η.Π.Α., προσβλήτικό)

coon (2): Αβορίγινας (Αυστραλία, προσβλήτικό)

cooter: μουνί

cooties (1): ψείρες

cooties (2): επινοημένη μεταδοτική πάθηση τ. ψώρα που αποδίδεται σε κουλά άτομα

cop (1): μπάτσος

cop (2): αγοράζω παράνομες ουσίες

copacetic: τζάμι, ωραία

cop a feel: καικαλά καταλάθος βάζω χέρι σε γκόμενα

cop out (1): την κάνω με ελαφρά πηδηματάκια

cop out (2): φτηνή δικαιολογία

cor blimey: Χριστούλη μου, αμάν

cory: πούτσος (Η.Β.)

cottage: δημόσιες τουαλέτες, στην αργκό των γκέηδων (Η.Β.)

couch potato: καναπεδάκιας, τεμπελόσκυλο

cougar: τεκνατζού, κούγκαρ

cough: ομολογώ αδίκημα (Η.Β.)

coughing nails: καρκινοτσιγάρα

cow: συσάρεστη γυναίκα

crab louse: μουνόψειρα, καβουρογαμόψειρα

crabs: μουνόψειρες

crack (1): ναρκωτικό κρακ

crack (2): μουνί

crack (3): γαμάτο (Η.Β.)

cracker: λευκός (Αφροαμερικανικά, προσβήτικό)

crackhead: εθισμένος στο κρακ

crackpot: εκκεντρικός, μουρλός

crack up: τα παίζω, σαλεύω, λαλώ

cradle-snatcher: παιδέρας

cram: διαβάζω εντατικά τη τελευταία στιγμή

crank (1): πούτσος

crank (2): αμφεταμίνες

crank up: κάνω ένεση με νατκωτική ουσία

crap (1): ψέματα

crap (2): φτηνιάρικο, μαλακία

crap (3): σκατά

crapola: μπουρδολογία, άθλια συμπεριφορά

crapper: χέστρα, τουαλέτα

crappy: σαπάκι

cra cra: μουρλός/η

crash (1):  πέφτω κάπου για ύπνο

crash (2):  μπουκάρω απρόσκλητος

crashpad: μέρος για πρόχειρο ύπνο, οντάς

cray cray: μουρλός/η,  ή τρελή κατάσταση

crazy: μουρλός/η

crazy cat lady: γατού

cream (1): χύνω

cream (2): λιανίζω στο ξύλο

creampie: όταν χύνεις μέσα σε μουνί ή σούφρα και στο σπέρμα ξεχειλίζει, είδος τέτοιας τσόντας

creep (1): περίεργος, ανώμαλος

creep (2): γλείφτης (Η.Β.)

creeps, gives the: προκαλεί τρομάρα

creepy: περίεργο ή ανωμαλιάρικο αντικείμενο, υποκείμενο ή τοποθεσία

crew: παρέα

crib: σπίτι, τσαρδί

crikey! Χριστός και Παναγία!

crimson tide: ήρθαν οι Ρώσοι

cringe: κριντζάρω

croak: τινάζω τα πέταλα

crock of shit: παπαριές, ψέματα

crock dusting: κλάνω εν κινήσει

crow: αράπης (προσβλήτικό)

crud(dy): άθλιο, σιχαμερό

cruising: κόβω βόλτες (με ή χωρίς αμάξι) σε αναζήτηση κόντρας, γκόμενας. κ.ο.κ.

crummy: μάπα, χάλια

crumpet: γκόμενα, ωραίο μουνί (Η.Β.)

crunchie: λεσβία (Η.Π.Α.)

crunk (1): πολύ φάση, γαμάτο

crunk (2): μαστούρα και ντίρλα μαζί

crusher: βαρετός (Η.Β.)

crybaby: κλαψιάρης/α, κλαψομούνης/α

cuck (1): κερατούκλης

cuck (2): κερατούκλης δεξιούλης

cuckservative: κερατούκλης δεξιούλης

cum: χύσι, φλόκια

cum bucket: χυσοκουβάς, χυσοκανάτα, σπερματοκανάτα, χυσαποθήκη

cumbubble: βλακέντιος, στόκος

cum chugger: καταπιόλα(ς)

cumdump (1): στόμα

cumdump (2): χυσοκουβάς, χυσοκανάτα, σπερματοκανάτα, χυσαποθήκη

cum dumpster: χυσοκουβάς, χυσοκανάτα, σπερματοκανάτα, χυσαποθήκη

cum guzzler: στόμα, πουστάρα

cumjockey:  πουστάρα

cumjunkie: χυσολουλού

cumming: χύνω

cumslut: τσούλί, πουταναριό

cumtart: βλακέντιος, στόκος

cunnie: μουνί

cunt (1): μουνί

cunt (2): μαλάκω, παλιογυναίκα

cunt (3): μαλάκας, τσογλάνι

cuntass: βλακέντιος, στόκος

cuntbag: μαλάκω, πολύ δυσάρεστο άτομο

cuntface: μουνόφατσα, βλάκας

cunt hair: μουνότριχες

cunthole: μουνοτυρυπίδα

cunthole: μουνοτυρυπίδα

cuntlicker: γλειφομούνης/α

cuntrag: μουνόφατσα, βλάκας

cuntslut: μουνόφατσα, βλάκας

cunt-struck (1): έπαθε μουνόπλακα

cunt-struck (2): μουνόδουλος

cup of Joe: φλιτζάνι καφέ, καϊφές, γκαϊφές

curry muncher: Ινδός, Πακιστανός (προσβλητικό)

curse: περίοδος

cut (1): κοπάνα

cut (2): χαρακώνομαι

cut (3): κόβω ναρκωτικά

cut a little slack: κάνω την ζωή σε κάποιον λίγο ευκολότερη

cut a rug: χορεύω

cut it: τα καταφέρνω

cut the crap:  άσ’ τα σάπια, κόψε τις μαλακίες

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s