da bomb – dinosaur

da bomb: άψογο, γαμάτο, τζαμάτο

daddy-o: τυπάς

daddy (1): κυρίαρχος κρατούμενος σε ψειρού (Η.Β.)

daddy (2): πουστοπατέρας (Η.Β.)

dafuq? Τι στον πούτσο;

dago (1): Ιταλός  (Η.Π.Α., προσβήτικό)

dago (2): Ιταλός, σπανιόλος ή Έλληνας (Η.Β. και χώρες κοινοπολιτείας, προσβήτικό)

daft cow: στόκος, βλάκας

daily mail: κώλος, σεξ (Η.Β.)

daisy: πουστράκι

daisy-chain: σχηματισμοί σε πολυπληθείς παρτούζες

damage: η λυπητερή

damn straight: έτσι ακριβώς

damn straight: έτσι ακριβώς

dang: φτου! (Η.Π.Α.)

danglers: αρχίδια

dank (1): εξαιρετικής ποιότητας λιπαρή και κολλώδης φούντα

dank (2): γαμάτο, άψογο

darkie: μαυρούκος

deadass: βαρετό(ς) (Η.Π.Α.)

deadbeat: τζαμπατζής

dead cert: σιγουράκι

dead meat: νεκρός ή καταδικασμένος, την έχει βαμμένη

dead presidents: φταλέ

decent: άψογο, γαμάτο, τζαμάτο

deck: ρίχνω μπουκέτο

de-dyke: λεσβιακή “απουστείρωση”, απόκρυψη λεσβιακών τεκμηρίων εκ όψει επίσκεψης γονέων

deepthroat: βαθύ λαρύγγι

def: άψογο, γαμάτο (εις την χιπχοπικήν)

Delhi belly: τσίρλα, κυρίως μετά την κατανάλωση έθνικ φαγητών

dench: γαμάουα, κουλ

derro (1): δυσάτεστος άνθρωπος (Η.Β.)

derro (2): άστεγος (Αυστραλία)

dicey: επίφοβο

dick (1): πούστος

dick (2): μαλάκας, τσογλάνι

dick (3): ντετέκτιβ

dick (4): γαμάω (κυριολεκτικά τε και μεταφορικά)

dick around: κωλοβαράω

dickbag: μαλάκας, βλακέντιος

dickbeaters: χέρια

dickbrain: πανύβλακας

dickface: ψωλομούρης, βιλλόφατσα, μαλάκας, βλακέντιος

dickfuck: μαλάκας, βλακέντιος

dickhead (1): πουτσοκέφαλος

dickhead (2): μαλακισμένος

dickhead (3): πανύβλακας

dick hole: στόμα, στόμας

dickjuice: ψωλόχυμα

dickmilk: ψωλόγαλα

dick magnet: καυλομαγνήτης

dickmonger: πουστάρα, ζητιάνος της πούτσας

dick sucker: ψωλογλείφτης/ισσα

dickslap: πουτσοσκάμπιλα

dick-sneeze: εκσπερμάτωση

dicktickler: πουστάρα

dickwad: μαλάκας, βλακέντιος

dickweasel: μαλάκας, βλακέντιος

dickweed: μαλάκας, βλακέντιος

dickwod: μαλάκας, βλακέντιος

diddly squat: τζίφος

diesel dyke: λεσβία τ. ανδρούτσος

dig (1): γουστάρω

dig (2): νιώθω

dig (2): μελετώ, διαβάζω

digital junk: ψηφιακά παράσιτα, τεχνουργήματα

dildo (1): ντίλντο, δονητάρι

dildo (2): μαλάκας, βλακέντιος

dill: στόκος, βλάκας

dimbo: μαλάκας, βλακέντιος

dindin: μαμ, φαγητό

dinero: φταλέ

dingbat (1): τρελάρας

dingbat (3): κινέζος (Αυστραλία)

dingleberry (1): ταρζανίδιο, σκατουλίδιο που κρέμεται από τις κωλότριχες

dingleberry (2): τρελάρας, εκκεντρικός

dipshit: στόκος, βλάκας

dipstick: στόκος, βλάκας

dip the wick: κάνω σεχ

dirtbox: κώλος

discombobulated: μπερδεμένος, τα έχει χαμένα

discuss Uganda: κάνω σεχ (Η.Β.)

dish (1): μουνάρα. θεογκόμενα

dish (2): θεογκόμενος

diss: αδειάζω, προσβάλω

ditzy: χαζοβιόλικο

div / divvy: στόκος, βλάκας

dobber: πούτσος

dodgy: ύποπτο/ς/η, αμφίβολο/ς/η

does not compute:  δεν βγάζει νόημα, δεν κολλάει

dog (1): μπάζο, σκυλί

dog (2): δυσάρεστο ή ευτελές

dog (3): περούκα (Η.Β.)

dog (4): παρατάω, ξεφορτώνομαι (Η.Π.Α.)

dog (5): πρήζω κάποιον (Η.Π.Α.)

dog’s bollocks: γαμάτο, τζάμι

dog’s dinner: κιτσάτο ντύσιμο

do-hickey: καβλιτζέκι

donk: κώλος, κωλάρα

don’t get your knickers in a twist: μην αρπάζεσαι

doo:  σκατό

doobie:  μπάφος, γάρο, τσιγαριλίκι, ρο, φόσμπα

doodad: καβλιτζέκι

doodle: πρόχειρο σχέδιο

doofus: πανύβλακας

dookie: σκατό

doozie: γαμάτο

dope (1): μαύρο, χόρτο

dope (2): γαμάτο, τζαμάτο

dope (3): στόκος, βλήμα

dope (4): πληροφορία

dork (1): πούτσος

dork (2): βλαμμένος, μαλάκας

dorky: ατσούμπαλος, βλαμμένος

dosh: φταλέ, μπαγιόκο

double-bagger: χυδαίο και αποκρουστικό άτομο (Η.Π.Α.)

douchebag: μαλάκας, μαλάκω

douchewaffle: μαλάκας, μαλακω

dough: κασέρι, φταλέ

down (1): μέσα, συμφωνώ

down (2): νταουνιάζω

down (3): κατεβάζω γρήγορα ποτά

downer (1): υπνωτικό

downer (1): καταθληπτικό

drag (1):  γυναικεία ρούχα που φοράει γκέουλας

drag (2):  κάτι το βαρετό

drag (3):  τζούρα από τσιγάρο ή μπάφο

drag queen: καραμπινάτο τραβεστί

dread: ραστοφόρος (Τζαμάικα)

dreadlocks: κοτσίδες ράστα (Τζαμάικα)

dregs of society:  αποβράσματα της κοινωνίας,  λουμπεναριό

droid: στόκος, βλήμα

drongo: στόκος, βλήμα

drop (1): πίνω ναρκωτικά

drop (2): βαποράκι

drop (3): κρυψώνα ναρκωτικών

drop (4): γεννάω

drop a bomb: κλάνω

drop a pup: γεννοβολάω (Αυστραλία)

drop-dead gorgeous: πανέμορφη, θεογκόμενα

drop one: κλάνω

dropout (1): αυτό που παρατάει το σχολείο ή το πανεπιστήμιο

dropout (2): περιθωριακός, αρνητής του συστήματος

druggie: ναρκομανής, πρεζόνι

drughead: ναρκομανής

drug mule: βαποράκι

drum(mer): πλανόδιος πωλητής (Η.Β.)

drunk as a skunk: ντίρλα, τύφλα

dry hump: ξερογαμώ, αερογαμώ

dry fuck: ξερογαμώ, αερογαμώ

dry root: ξερογαμώ, αερογαμώ

dude: τυπάς, φίλος

duff (1): κώλος

duff (2): ευτελές, δευτεράντζα

duffer (1): άχρηστος, άσχετος

duffer (2): γεροξεκούτης

duffy: φάντασμα (Τζαμάϊκα)

dufus (1): εκκεντρικός

dufus (2): βλακέντιος

dugs:  πεσμένες βυζούμπες

dumbass:  ζωντόβολο

dumbell:  ζωντόβολο

dumbfuck:  μαλάκας, κόπανος, παπάρας, ζωντόβολο

dumbo:  ζωντόβολο

dumbshit:  μαλάκας, κόπανος, παπάρας, ζωντόβολο

dumdum:  ζωντόβολο

dummy:  ζωντόβολο

dump (1): χέσιμο

dump (2): αχούρι

dung-puncher: πούστης, σκατοσπρώχτης

duppy: φάντασμα (Τζαμάϊκα)

dust: σκοτώνω, καθαρίζω (Η.Π.Α.)

DVA: όταν εισέρχονται αντικείμενα (π.χ. πέη) ταυτόχρονα σε κώλο και μουνί. Εκ του “double-vaginal and anal”

dweeb: κουλό άτομο

dry-humping: ξερογαμώ, παντελονάτο

dyke: λεσβόγκα

dynamite: άψογο, τζαμάτο

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s