gaff – gyppo

gaff: σπίτι ή διαμέρισμα

gag me with a spoon: ίου, μπλιάχ

gag: ξερνάω

gaga: ραμολιμέντο, γκαγκαδιάρης

gam: πίπα ή γλειφομούνι (Η.Β.)

game: παραμύθιασμα (στα πλαίσια καμακίου)

gander: μπανίζω

gang bang: παρτούζα

ganja: φούντα (Τζαμάϊκα)

gas (1): πολύ γέλιο

gas (2): φάρσα, πλάκα

gas (3): παπαρολογίες

gash (1): γκόμενα

gash (2): μουνί, γκόμενα

gasper: ασφυξιόφιλος, αυτός που κάνει πνιχτή μαλακία ή αυτο-ερωτικό στραγγαλισμό

gay: γκέι, γκέουλας

gaybob: πουστάρα

gaydo: πουστάρα

gayfuck: πουστάρα

gaylord: πουστάρα

gaytard : χαζή πουστάρα

gaywad: χαζή πουστάρα

gazillions: παλαβομμύρια

gear (1): άψογο, πρώτο (Η.Β.)

gear (2): ρούχα, αξεσουάρ

gear (3): ναρκωτικά

geek: σπασίκλας, φυτό

geezer: χούφταλο

gender-bender: φυλολυγιστής, φυλολυγίστρια

gentleman sausage: πούτσος

gerbilling:  τρωκτικό σεξ, χώσιμο ποντικών στον ποπό για σεξουαλική απόλαυση

geri:  χούφταλο (Η.Β.)

gerry:  χούφταλο (Η.Β.)

get a buzz:  φτιάχνομαι, κάνω κεφάλι

get back to your pots and pans!  τράβα μωρή να πλύνεις κάνα πιάτο!

get Chinese:  μαστουρώνω, κάνω κεφάλι

get brain: μου κάνουν πίπα

get down: χαλάρωσε

get it: το πιάνω, το νιώθω

get it on: κάνω σεξ

get it up: καυλώνω

get laid: κάνω σεξ

get off on..: την βρίσκω με…

get some squish: σταυρώνω μουνάκι

get the stew going:  μπαλαμουτιάζω, χαμουρεύω, χουφτώνω

get your act together: οργανώσου, σοβαρεύψου

get ass into gear: οργανώσου, προετοιμάσου

get your jollies: την βρίσκεις (κυρίως σεξουαλικά) με κάτι

get rocks off: την βρίσκεις σεξουαλικά, χύνεις

getting any? γαμάς;

get your shit together: οργανώσου, σοβαρεύψου

GFY: σάλτα και γαμήσου, εκ του “go fuck yourself”

GILF:  τζιλφ, τζιλφόνι, κοριτσόγρια

giggle stick:  γελαστό τσιγάρο

gimp (1):  σακάτης

gimp (2):  αδέξιος, κουλός

gimp (3):  υποτακτικός στα μπινιεσεμικά, σουμπίτσα

ginger (1):  κοκκινομάλης/α

ginger (2):  πούστης (Η.Β.)

girlie:  κοριτσίστικο, γυναικωτό

gism:  χύσια

git:  κανάγιας, παπάρας (Η.Β.)

give head: κάνω πίπα (Η.Π.Α.)

give the cold shoulder: γράφω κάποιον/α

give the dog a bone: κάνε σεξ (Η.Β.)

glass bottom boat: παραφιλία κατά την οποία καλύπτεις το πρόσωπό σου με πλαστική μεμβράνη και κάποιος/α αφοδεύει επί αυτού

glitch: ψεγάδι, ελάττωμα

glitz: λάμψη, γκλαμουριά

glitzy: γκλαμουράτο

gnarly (1): γαμάτο (Η.Π.Α.)

gnarly (2): άθλιο (Η.Π.Α.)

give a ring: παίρνω κάποιον τηλέφωνο

giving the finger: κωλοδάχτυλο (χειρονομία)

gob: στόμας (Η.Β.)

gobble: κάνω πίπα

go bananas: τρελαίνομαι

go belly-up (1): πεθαίνω

go belly-up (1): βαράω κανόνι

gob job:  πίπα (H.B.)

gobshite: παπαρολόγος

gobsmacked: μένω παγωτό, άναυδος (Η.Β.)

go down on…: κάνω πίπα ή γλειφομούνι

go Dutch: μοιραζόμαστε τον λογαριασμό, ρεφενές

gold digger: με λεφτά αισθήματα

golden shower: χρυσή βροχή, χρυσοβρόχι, ουρολαγνία

golliwog: μαύρος ή μαυριδερός (Η.Β., προσβλητικό)

gooch : μουνί

good service: πίπα, μουνογλείφι

good onya: μπράβο σου

goof (1): κωλοβαράω

goof (2): στόκος, βλάκας

goof (3): κάνω μαλακία, παπαριά

goofy: χαζό, βλαμμένο

gook: Βιετναμέζος, κιτρινιάρης (Η.Π.Α., προσβλητικό)

golliwog: μαύρος, μαυρούκω (Η.Β.)

golly: μαύρος, μαυρούκω (Η.Β.)

gone: ντίρλα, μαστούρα, γκον

gonk: χυδαίος, πανύβλακας

gonzo (1): θεόμουρλο, εκκενρτρικό

gonzo (2): ψεκασμένη μοργή δημοσιογραφίας

goobatron: βλάκας, φυτούκλα

goober (1): βλάκας (Η.Π.Α.)

goober (2): μισοριξιά (Η.Π.Α.)

goober (3): σπυρί (Η.Π.Α.)

goober (4): ροχάλα (Η.Π.Α.)

goof: κάνω πατάτα (Η.Π.Α.)

goof: κάνω μαλακίες, χάνω τον χρόνο μου (Η.Π.Α.)

goofball: βλάκας, ατζαμής

goof-off: κάνω μαλακίες, χάνω τον χρόνο μου (Η.Π.Α.)

goofy: χαζοβιόλης

gook: Βιετναμέζος, κινεζοειδής (Η.Π.Α.)

goolies: αρχίδια (Η.Β.)

goon (1): βλάκας, ατζαμής

goon (2): μπράβος

go postal: τα παίρνω στην κράνα,  χάνω την ψυχραιμία μου

go south: κάνω στοματικό σεχ

gormless: ηλίθιος

gourd: κούτρα, γκλάβα (Η.Π.Α.)

grand: χήνα, χιλιάρικο (Η.Π.Α.)

grass: χόρτο, μαύρο

grease: φταλέ, μπαγιόκο (Η.Π.Α.)

greaseball (1): γλοιώδης τύπος, γλίτσας, σάλιαγκας, σαλιαμάγκουρας, λαδοπόντικας

greaseball (2): σπανιόλος ή μεσογειακός (Η.Π.Α., προσβλητικό)

greaser (1): γλοιώδης τύπος, γλίτσας, σάλιαγκας, σαλιαμάγκουρας, λαδοπόντικας

greaser (2): ροκάς (Η.Β.)

greaser (3): μηχανόβιος (Η.Β.)

greaser (4): σπανιόλος ή μεσογειακός (Η.Π.Α., προσβλητικό)

grenade: τόφαλος, φακλάνα

grill (1): τα δόντια κάποιου

grill (2): ανακρίνω

grind: γαμάω

grigo: λευκός Αμερικανός (Αμερική, προσβλητικό)

grog: (πίνω) αλκοόλ

gross: αηδία

gross-out: αηδιάζω

groove: ευεξία

groovy: γαμάτω, ωραίο

grope: χουφτώνω

gross: αηδία, ίου

grounded: σε τιμωρία, υπό περιορισμό (κυρίως για παιδιά)

groupie: γκρούπι

grub (1):  μάσα, φαγητό

grub (2): φάσωμα

grub (3): μονόχνοτο σπασικλάκι

grubby:  βρωμιάρης/α, βρώμικο

grunge (1):  γκραντζ

grunge (1):  κακόγουστο, βρωμιάρικο (Η.Β.)

guff: κλάνω (Η.Β.)

guido: Ιταλός

gumby: εξαιρετικά αδέξιο και άκυρο άτομο

gung-ho: στρατόκαυλος, ενθουσιώδης

gut: μπάκα

gut busting: πολύ αστείο(ς)

gut-rot: φτηνά ξύδια (Η.Β.)

guts: κότσια

guv: μάστορα, μεγάλε (Η.Β.)

guvnor: μάστορα, μεγάλε (Η.Β.)

gym rat: καμένος με το γυμναστήριο, σφίχτης, μπιλντέρι

gyp: πιάνω κορόιδο

gyppo: γύφτος, τσιγγάνος

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s