H – hyper

H: ηρωίνη, ζα

hack (1): δημοσιοκάφρος

hack (2): βήχας ή / και ροχάλα

hacked off: ενοχλημένος, έως εδώ!

hacker: χακεράς, χακερόνι

hairball: σιχαμένο ή δυσάρεστο άτομο, παπάρας (Η.Π.Α.)

hair pie: γλειφομούνι

hairy: ζόρικο

hairy-arsed: άξεστος, μπρουτάλ τύπος

hairy axe wound: μουνί

half-assed: της πλάκας, ημιτελές

half-past late: αργάμιση

halfwit: μισόχαζος

ham: ραδιοπειρατής

ham-fisted: αδέξιος

ham flap: μουνόχειλο

hammered: ντίρλα

handbag: ζιγκολό (Η.Β.)

handcuffs: βέρα γάμου

handle: ψευδώνυμο, νικ

handjob: χειράντληση, φραπέ

hang loose: άραξε, τσίλαρε

hang out: κάνω παρέα, κωλοβαράω

hanging: άψογο, γαμάτο

hangover: χανγκόβερ

hang-up: κόλλημα

happy stick: μπάφος, γελαστό τσιγάρο

hardass: ζόρικο

hardon: καύλα, φουσκοθαλασσιά

hash: μαυράκι

hassle: μπελάς, πρήξιμο

hater: χέιτερ, εχθρός

haul ass: ξεκινάω, παίζω μπάλα

have a good fuck:  καλό βόλι

have a root:  γαμάω, κάνω σεχ (Αυστραλία)

have a scene:  κάνω πεχνίδι (σεχ)

have the hots:  γουστάρω κάποια/ον τρελά

hazing:  κάνω καψόνια & γυμνάσια σε νέοπες

head (1): πίπα

head (2): λάτρης (νουσικής, ναρκωτικού, ανωμαλίας…)

headbanging: χέντμπανγκιν, έξαλο κούνημα της κεφαλής στο άκουσμα μουσικής ροκ

headcase: θεόμουρλος

head honcho: γενικός δερβέναγας, γκραν γαμάω

head job (1): πίπα

head job (2): βαρεμένος

heat: μπάτσοι

heater: όπλο, σιδερικό

heeb: Εβραίος (προσβλητικό)

heinie: κώλος, κωλομέρια (Η.Π.Α.)

hell, yeah: σαν τρελός, θέλει και ρώτημα;

hench: σφίχτης, ντούκι

hep: λογικός, στα πράγματα, ωραίος

herb: φούντα, χόρτο

her majesty’s pleasure: στη μπουζού, στην ψειρού

hickey: πιπιλιά

high-jack: κάνω χάιτζακ

hip: λογικός, στα πράγματα, ωραίος

hit (1): χιτάκι, σουξέ, επιτυχία

hit (2): πάω κάπου

hit (3): χτυπάω κάτι (φαγητό, ποτό, ναρκωτικό κλπ)

hit (4): ιντερνετικό χτύπημα

hit the road: τηγκανά

hog: μηχανή Harley

hog-wild: εκτός ελέγχου

ho: πουτάνα, τσούλα, γυναίκα

hock: βάζω ενέχυρο

hoity toity: σνομπαρία

hole (1): μουνί

hole (2): κώλος

hole (3): στόμας

hole (4): δυσάρεστο μέρος

hole in the wall: μηχανή ΑΤΜ

holy cow: ο Χριστός και η Παναγία, Χριστός κι Απόστολος Γκλέτσος

home boy: φίλος, μέλος συμμορίας

holy guacamole: ο Χριστός και η Παναγία, Χριστός κι Απόστολος Γκλέτσος

home wrecker: χαλασοσπίτης, αντροχωρίστρα

homey: φίλος, μέλος συμμορίας

homo: πούστης

honcho: γενιλός δερβέναγας, γκραν γαμάω

honkers: ντίρλα (Η.Β.)

honkey: λευκός (προσβλητικό)

hooch: σπιτικό αλκοόλ

hooha (1): χαμός, φασαρία

hooha (2): μουνί

hooker: πουτάνα

hootchie cootchie: φάσωμα, καυλάντισμα, ερωτικός χωρός

hootchie cootchie man: πηδίκουλας

hooter: μυτόγκα (Η.Β.)

hooters: βυζούμπες

horizontal boogie:  απαύτωμα, αποτέτοιωμα

horizontal bop:  απαύτωμα, αποτέτοιωμα

horizontal dancing:  απαύτωμα, αποτέτοιωμα

horny: καυλωμένος/η για σεχ

horse: πηδάω (Η.Π.Α.)

hot (1): σέξι

hot (2): δημοφιλής

hot tamale: καβλιάρα, κυρίως σπανιόλα ή μαλαχρινή

hot babe: τρελό μωρό

how about it? ψήνεσαι;

huff: κακόκεφος/η

humongous: τεράστιο, τερατώδες

hump (1): πηδάω

hump (2): κακόκεφος/η

hung: πουτσαράς

hustler (1): λαμόγιο, μπαγαπόντης

hustler (2): εκδιδόμενος

hymie: Εβραίος (προσβλητικό)

hype (1): υπερβολή

hype (2): σύριγγα

hyped (1): μπριζωμένος

hyped (2): υπερτιμημένος

hyper: μπριζωμένος

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s