kaffir – kvetch

kaffir (1): αράπης (προσβλητικό, Ν. Αφρική)

kaffir (2): γκιαούρης, άπιστος, μη μουσουλμάνος (προσβλητικό)

kale: φταλέ, μπαγιόκο

kangaroos loose in the top paddock: τρελάρας, βαρεμένος, με λασκαρισμένη την βίδα (Αυστραλία)

kazoo: κώλος (Η.Π.Α.)

kegged: ντίρλα (Η.Π.Α.)

keep it real: να’σαι πιστός στις αρχές σου

kelt: φταλέ, μπαγιόκο (Η.Β.)

kermit: γάλλος (Η.Β.)

key hole: μουνί

kiester: κώλος (Η.Π.Α.)

kick back (1): χαλάρωσε και απόλαυσε!

kick back (2): μίζα

keep your hair on: χαλάρωσε!

kicking: άψογο, γαμάτο

kicks (1): για την καύλα μου, για την πλάκα μου

kicks (2): πατούμενα

kick the bucket: τινάζω τα πέταλα

kike: Εβραίος (προσβλητικό)

kill (1): εντυπωσιάζω

kill (2): σβήνω κάποια ασφάλεια

kill (3): χάνω χρόνο

killer (1): άψογο, γαμάτο

killer (2): αγγούρι, δύσκολο

kill switch: δολοφόνος (διακόπτης μοτοσικλέτας)

kip: τούφες, ύπνος

knackered: πτώμα

khazi: τουαλέτα (Η.Β.)

kibble: μαμ (Η.Π.Α.)

kibbitz: ανεπιθύμητες συμβουλές (Η.Π.Α.)

kick (a habit): εγκαταλείπω μια κακιά συνήθεια ή εθισμό (Η.Π.Α.)

kick-ass: γαμάω και δέρνω, καθαρίζω (Η.Π.Α.)

kickass: γαμάτο (Η.Π.Α.)

kick-in: τσοντάρω χρήματα

kick-it: τινάζω τα πέταλα

kicks (1): καύλα για κάτι, χαβαλές (Η.Β.)

kicks (2): παντελόνι (Η.Β.)

kicks (3): αθλητικά παπούτσια (Η.Π.Α.)

kick the bucket: τινάζω τα πέταλα

kicnack: μίζα

kike: Εβραίος (προσβλητικό)

kiki: γκέουλας (Η.Π.Α.)

kill: τελειώνω, σβήνω (π.χ. μηχανή)

killer: γαμάτο

killing floor: γαμιστρώνα (Η.Π.Α.)

kinky: ανωμαλιάρικο

kip: ύπνος, κόβω τούφες

kirp: πούτσος (Η.Β.)

kiss ass: γλείψιμο, γλειφτρόνι

kite: ακάλυπτη επιταγή

kiwi: Νεοζηλανδός (προσβλητικό)

klutz: άγαρμπος, ατζαμής (Η.Π.Α.)

knackered: πτώμα (Η.Β.)

knackers: αρχίδια (Η.Β.)

knee-slappers: κρεμαστάρια

knees up: πάρτι

knob (1): πούτσος (Η.Β.)

knob (2): γαμάω (Η.Β.)

knob-cheese: πουτσότυρο (Η.Β.)

knob-job (1): ανδρική μαλακία

knob-job (2): τσιμπούκωμα

knob head: μαλάκας, παπάρας

knobs: βυζούμπες (Η.Π.Α.)

knock (1): τα χώνω

knock (2): καθαρίζω κάποιον

knock (3): γαμάω

knock up (1): γκαστρώνω (Η.Π.Α.)

knock up (2): ξυπνάω (Αυστραλία)

knocked up: γκαστρωμένη

knockers (1): βυζούμπες

knockers (2): αρχίδια

knock off (1): μαϊμού

knock off (2): καθαρίζω, σκοτώνω

knock off (3): τα βροντάω, παραιτούμαι

knock back: άρνηση

knockout: μουνάρα, θεογκόμενα

know your onions: διαβασμένος

knucklehead: στόκος

kooch: μουνί

kook: τρελλάρας (Η.Π.Α.)

kosher: σωστό, άψογο (Η.Π.Α.)

kraut: γερμαναράς (προσβλητικό)

kraut rock: γερμανική ροκ των 70αζ (π.χ. Kraftwerk, Can)

kvetch: γκρινιάζω (Η.Π.Α.)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s