labonza – luv

labonza (1): κοιλούμπα (Η.Π.Α.)

labonza (2): κώλος (Η.Π.Α.)

lace curtain: ακροποσθία (πετσάκι) του πέοντα, στην γκέϊκη αργκό

ladette: αγοροκόριτσο, γυναίκα- νταλικέρης

laid-back: αραχτός

laid-out: ντίρλα, μαστούρης (Η.Π.Α.)

lairy: πλουμιστός, καγκουροειδής

la-la-land: σε πελάγη ντίρλας ή μαστούρας

lame (1): κουλό/ς/η

lame (2): φτηνιάρικο

lameass: λουζέρι, πουθενάς

lambrain: στόκος

landmine: λεπτό μπάζο, στειλιάρι

lard-ass: χοντρομπαλάς/ου (Η.Π.Α.)

lard-bucket: χοντρομπαλάς/ου (Η.Π.Α.)

lard-head: στόκος (Η.Π.Α.)

lardo: χοντρομπαλάς/ου

lavender: γκέουλας

lay (1): σεξουαλικό υποκείμενο

lay (2): γαμάω

lay on: τα λέω όλα

lay (something) on (someone): τα ρίχνω σε κάποιον

leak: κατούρημα

lech: ανωμαλιάρης (Η.Β.)

left field: ανορθόδοξο

legless: ντίρλα

leggo: φύγαμε!

leg opener: κάτι που οδηγεί μια γυναίκα στο να ανοίξει τα πόδια της (π.χ. ποτό)

lemon (1): σκάρτο, σαράβαλο

lemon (2): πανύβλακας

lemon (3): πούτσος (Αφροαμερικανικά).

les: λεσβία, λέσβω

lesbo: λεσβία, λέσβω

let off: αμολάω (πορδή)

level: ντόμπρος, ειλικρινής

legit: γνήσιο, γαμάτο

lettuce: μπαγιόκο, μαρούλι

lezz: λεσβία, λέσβω

lezzie: λεσβία, λέσβω

libber (1): φεμινίστρια

libber (2): φιλελές

librard: φιλελέφτ, αριστερούλης

lick (1):  απειροελάχιστη ποσότητα

lick (2): προσβόλα

lick (3): μικρή μουσική φράση

lick my froth: σάλτα και γαμήσου

lifer (1): όστις εκτίει ισόβια κάθειρξη

lifer (2): μονιμάς, καραβανάς

lift (1): μπαγλαρώνω

lift (2): ξαφρίζω

lift (3): πίνω

ligger: τζαμπατζής (Η.Β.)

like a mad woman’s breakfast: εντελώςς μπουρδέλο, τσαπατσούλικο (Αυστραλία)

like a shag on a rock: σαν την καλαμιά στον κάμπο (Αυστραλία)

limey: Άγγλος (προσβλητικό, Η.Π.Α.)

limp-wristed: πουστάρα, τσαγιέρα

lingum: πούτσος

lip service: τσιμπούκι

lipstick: θηλυπρεπής λεσβία

lit (1): ντίρλα

lit (2): γαμάτο

live-in lover: σπιτωμένος/η

lmk: για πες. Εκ του let me know

load (1): χύσια

load (2): μαλαφράντζα (Αυστραλία)

load (3): καβάτζα

load (4): παγιδεύω κάποιο με παράνομες ουσίες.

loaded (1): ντίρλα

loaded (2): ματσωμένος

lob: πετάω, ξεφορτώνομαι

loco: θεόμουρλος

log: κουράδα

loaded: ματσωμένος/η

lol: λολ, λωλ, ξεκαρδίζομαι στο γέλιο

lollapalooza: φανταστικό, υπερθέαμα (Η.Π.Α.)

lollipop: καρφώνω, ρουφιανεύω (Η.Β.)

lolly: μπαγιόκο (Η.Β.)

loo: τουαλέτα

looker: μπάνικος

loon: θεόμουρλος

loony: θεόμουρλος

loony bin: μουρλοκομείο

loony tunes: θεόμουρλος

looped: ντίρλα (Η.Π.Α.)

loopy: τρελάρας

loose cannon: άτομο εκτός ελέγχου, απασφαλσιμένος

loot: μπαγιόκο

loser: χαμένο κορμί

lost the plot: το’ χει χάσει, θεόμουρλος

love blobs: αρχίδια (Η.Β.)

love bumps: βυζιά (Η.Β.)

love handles: ψωμάκια, χειρολαβές

love muscle: πούτσος

low life: σιχαμένο άτομο

lumps: βυζιά

lunk: πανύβλακας

lush: μπεκρής

lushed: ντίρλα

luv: αγάπη, αγαπώ

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s