mac – muzak

mac (1): φίλε (Η.Π.Α.)

mac (1): αδιάβροχο (Η.Β.)

macaroni: Ιταλός, μακαρονάς

macho: αρρενωπός, ανδρούτσος

machine: αμάξι, εργαλείο

MacGyverism: μαγκαϊβεριά

maggot: σκουλίκι, παλιάνθρωπος

magic muschrooms: ψυχεδελικά μανιτάρια

made in the shade: σιγουράκι

make bank: σπάω ταμείο

make it: την κάνω, τηγκανά

make-out artist: καμάκιας, γαμίκουλας

making out: φάσωμα, μπαλαμούτι, χαμούρεμα

make tracks: την κάνω, τηγκανά

make waves: δημιουργώ βαβούρα και προβλήματα

malarkey: μαλακίες

mama’s boy: μαμμόθρεφτο

manky: άχρηστο, αηδιαστικό

marbles (1): αρχίδια

marbles (2): λογική

marbles (2): μπικικίνια

marinate: τα ξύνω, σαπίζω, λουφάρω

marinate: στόχος ληστή ή πορτοφολά

marriage material: κελεπούρι για γάμο

match: καίω, πυρπολώ

mate: φίλος, κολλητός

mattress muncher: παθητικός γκέουλας (Αυστραλία)

mau mau: μαύρος (προσβλητικό, Η.Β.)

max out: ταβανιάζω

MCP: σεξιστής, εκ του male chauvinist pig

mean machine: γαμάτο αμάξι ή μηχανή

meat and two veg: γεννητικά όργανα

meat flap: μουνόχειλο

meathead (1): σφίχτης, ντούκι

meathead (2): πανύβλακας

meat market: νυφοπάζαρο

meat puppet: πουτάνα (Η.Π.Α.)

megabucks: χοντρά λεφτά

mellow: χαλαρός

melons: βυζιά

mental: θεόμουρλος

mercy fuck: γαμήσι του ελέους, ψυχικό

merkin (1): μουνί

merkin (2): ψεύτικο μουνί (ερωτικό βοήθημα)

Mexican breakfast: Ελληνικό πρωινό (καφές και τσιγάρο)

mickey: Ιρλανδός (προσβλητικό)

mickey-mouse: για τον πούτσο

mickey: Ιρλανδός (προσβλητικό)

middle leg: πούτσος

mind fuck: γαμάω κάποιον ψυχολογικά, ψυχομαμήσι

minge: μουνί, μουντζό

minger: μπάζο, χαμούρα

minging: σίχαμα

mob: βαράω, τουλουμιάζω

mockie: Εβραίος (προσβλητικό, Η.Π.Α.)

modelizer: μοντελοπνίχτης

mohawk: μοϊκάνα, λωρίδα

mohawk: μοϊκάνα, λωρίδα

mojo: αυτοπεποίθηση, σεξαπίλα, αύρα

moll (1): γκόμενα (Η.Π.Α.)

moll (2): πουτάνα (Αυστραλία)

mollie: MDMA, έκσταση

molly: βόμβα Μολότοφ

mongrel: σκουληκιάρη

Montezuma’s revenge: τσίρλα

moolah: μπαγιόκο

moonie: όστις δείχνει τον κώλο του δημοσίως

moose: θεόμπαζο

mother (1): μαδαφάκας

mother (2): κολομπαράς, ενεργητικός γκέουλας

motherfucker (1): μαδαφάκας, γαμωμανάς

motherfucker (2): μαλάκας, κόπανος

motherfucker (3): γαμάτος άνθρωπος

motherfucker (4): γαμάτο αντικείμενο

motherfucker (5): μαλακία αντικείμενο

motorhead: μηχανόβιος

motormouth: πολυλογάς

mozzie: κουνούπι

muff: μουνί

muff-diving: βουτάω στο μουνί

muffin: μουνί

mug (1): κορόιδο

mug (2): φάτσα

mule: βαποράκι (ναρκωτικών)

munchies: πείνες, ιδ. μετά την χρήση κάνναβης

munter: μπάζο, χαμούρα

muppet: πανύβλακας

musclehead: σφίχτης, ντούκι

mutt: κοπρίτης

muzak: μουσική ασανσέρ

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s