nab – nympho

nab (1): τσακώνω, συλλαμβάνω

nab (2): κλέβω, τσουρνεύω

nabe: γειτονιά (Η.Β.)

nads: αρχίδια (Η.Π.Α.)

naff: φτηνιάρικο, για τον πούτσο

naff off: σάλτα και γαμήσου (Η.Β.)

nah: όχι, εκ του no

namby: φλούφλης

namby pamby: φλούφλης

nancy boy: αδελφάρα (Η.Β.)

nance: αδελφάρα (Η.Β.)

napper: κεφάλι (Η.Β.)

nards: αρχίδια (Η.Π.Α.)

nark: καρφί, ρουφιάνος

narked: τσαντισμένος

nasty (1): γεννητικά όργανα

nasty (2): σεξ

nattum: σεξ (Αυστραλία)

natty: γαμάτο (Τζαμάικα)

neat: άψογο

necking: φάσωμα, μπαλαμούτι, χαμούρεμα

needle: κουρδίζω κάποιον (Η.Β.)

needle-dick: μικροτσούτσουνος (Η.Π.Α.)

needle park: πιάτσα με πρεζόνια (Η.Π.Α.)

neocon: νεοφιλελές

nerd: σπασικλάκι, φυτούκλας

nerk: βλάκας (Η.Π.Α.)

Netflix ‘n’ chill: έλα να σου δείξω τη συλλογή μου με τις πεταλούδες

niagaras: αρχίδια

nice boots: θες να σε γαμήσω; Εκ του γκουσγκουνοπρεπούς “nice boots, want to fuck?”

nick (1): κλέβω

nick (2): συλλαμβάνω

nigaboo: αράπης (προσβλητικό)

nigga: αράπης (προσβλητικό, εκτός εάν εκφέρεται φιλικά μεταξύ μαύρων)

nigger: αράπης (προσβλητικό)

niglet: αραπάκι (προσβλητικό)

nig-nog (1): αράπης (προσβλητικό)

nig-nog (2): βλάκας

nip: Ιάπωνας (προσβλητικό)

nipper (1): πιτσιρίκος

nipper (2): πορτοφολάς

nit: βλάκας (Η.Β.)

nitwit: βλάκας

nix: τίποτα, τζίφος

nob: γαμάω (Η.Β.)

no chill: ξενέρωτος, ξενέρας, κρυόκωλος, βαρετός, ξενέ

no-no: απαγορευμένο

no-hoper: χαμένο κορμί από χέρι

no joke: χωρίς πλάκα

nook: πρόβλημα, ζόρι

nookie: σεξ

norks: βυζιά (Αυστραλία)

nose candy: κοκαίνη

nosh: φαγητό (Η.Β.)

no shit, Sherlock! σώπα ρε μεγάλε!

no spring chicken: κοριτσόγρια

not all there: στόκος, βλάκας, κάπου χάνει

not bloody likely: δε σφάξανε, δεν πα’ να χτυπιέσαι κάτω, του αγίου πούτσου ανήμερα,  ούτε με σφαίρες

not cricket: κάτι δεν πάει καλά

not fucking likely:  δε σφάξανε, δεν πα’ να χτυπιέσαι κάτω, του αγίου πούτσου ανήμερα,  ούτε με σφαίρες

not half! σίγουρα!

not the full quid: στόκος, βλάκας, κάπου χάνει

no way:  δε σφάξανε

’nuff said!: δεν περιγράφω άλλο!

NSFW:  προσοχή στο άνοιγμα, περιέχει τσόντα. Εκ του not safe for work

nuke (1): πυρηνικό όπλο

nuke (2): καταστρέφω

nuke (3): ζεσταίνω στα μικροκύματα

nuggets:  ψιλά

number one:  νούμερο ένα (κατούρημα), ψιλό

number two: χοντρό, χέσιμο

num-nuts:  ηλίθιος, παπάρας

numpty:  ηλίθιος

nut (1): μουρλός/η

nut (2): καμένος/η με κάτι

nut-case: θεόμουρλος/η

nut-house: μουσλοκομείο

nut butter: χύσια

nutter: θεόμουρλος/η

nutsack: αρχίδια

nuts (1): αρχίδια

nuts (2): μουρλός/η

nutty: εκκεντρικός/η

nympho: νυμφομάνα

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s