packet – pythonesque

packet: πούτσος & αρχίδια

packing heat: οπλισμένος, με σιδερικό

pad: σπίτι, τσαρδί

Paddy: Ιρλανδός

paddywagon: μπατσικό όχημα

paki: Πακιστανός, πάκι (προσβλητικό)

paki-bashing: ρατσιστικές επιθέσεις κατά Πακιστανών

pain in the ass: μπελάς, ενοχλητικό πρόβλημα

palooka: πελώριος βλάκας ή άγαρμπος τύπος

panooch: μουνί

pansy: αδελφάρα

pants (1): γαμίδια!

pants (2): για τον πούτσο

paper bag job: θεόμπαζο

parallel parking: σεξ (Η.Π.Α.)

parched: κορακισμένος,  έχω γκανιάσει, πεθαίνω της δίψας

park: φάσωμα στο αμάξι

park yous ass: άραξε την πέτσα σου

park yous carcass: άραξε την πέτσα σου

party-pooper: ξενέρωτος, χαλάστρας

paste (1): χώνω μπουκέτο (Η.Β.)

paste (2): χύσια (Η.Π.Α.)

patootie (1): κώλος (Η.Π.Α.)

patootie (2): γκομενάκι (Η.Π.Α.)

patsy: κορόιδο, αποδιοπομπαίος τράγος

pavement pizza: εμετός στο έδαφος

paydirt: επιβράβευση, επιτυχία

payola: μίζα, εκβιασμός

PAW: σύρμα, οι γονείς παρακολουθούν. Εκ του “parents are watching”

paws: κουλά, χέρια, ξερά

peach-pussy: μουνί σαν βερίκοκο

peanuts: λίγα λεφτά

pear shaped: χαμός στο ίσιωμα

pears: βυζιά (Αυστραλία)

pee: κατουρώ, κάτουρο

peeping tom: γυναικοπίπης, μπανιστήριτζής

pecker: πούτσος (Η.Π.Α.)

peckerhead: ηλίθιος (Η.Π.Α.)

peg it: τινάζω τα πέταλα

penisbanger: πουστάρα

penispuffer: πουστάρα

percy: πούτσος

perp: δράστης, κατάδικος (Η.Π.Α.)

Peruvian marching powder: κοκαίνη

perv: ανωμαλιάρης/α

pervy: ανωμαλιάρικο

peter (1): πούτσος

peter (2): χρηματοκιβώτιο

peter-man: κασαδόρος (Η.Β.)

pickled: ντίρλα

piddle: κατουράω

phat: γαμάτο, άπαιχτο

photobomb: φωτοβομβίδα

pickle: μπελάδες, ντράβαλα

pickled: ντίρλα

piece of ass: γκόμενα, μουνί

piece of cake: ευκολάκι!

piece of tail: γκόμενα, μουνί

piff: βλακείες! (Η.Β.)

piggy-back: καλικούτσα

pig (1): μπάτσος

pig (2): θεόμπαζο, χαμούρα (Η.Π.Α.)

pig (3): σεξιστής (Η.Π.Α.)

pigfucker: σκουλικιάρης

piglet: μπαζάκι

pig out: ξεσκίζομαι στην μάσα, σαβουρώνω

pikey: τσιγγάνος, περιπλανώμενος (Η.Β.)

pillock: ηλίθιος, παπάρας (Η.Β.)

pillow-biter: παθητικός γκέουλας

pimp (1): νταβάς

pimp (2): γαμάτο, τζαμάτο

pimp (3): γαμίκουλας

pimp-up: καγκουρεύω, κωλοφτιάχνω

pinch: συλλαμβάνω

ping: κατουράω (Η.Β.)

pinhead: κρετίνος

pink: γκέι

pinkie (1): μωράκι (δάχτυλο)

pinkie (2): λευκός

pinko: αριστεριάρης

piss (1): κάτουρο, κατουρώ

piss (2): κακιά μπύρα

piss (3): παπαριές

pissant: ασήμαντο (Η.Π.Α.)

pissed (-off) (1): τσαντίλας (Η.Π.Α.)

pissed (-off) (2): ντίρλα  (Η.Β.)

pissflaps: μουνόχειλα

piss-head: μπεκρούλιακας

pitch-a-tent: αντίσκηνο, σηκωμάρες

pit stop: στάση για κατούρημα

(the) pits: άθλιο μέρος ή πρόσωπο

pizzle (1): πηδάω γκόμενα

pizzle (2): πούτσος

plank (1): στόκος, βλάκας

plank (2): γαμάω (Η.Π.Α.)

plastered: ντίρλα

plat: πανύβλακας (Αυστραλία)

plate: παίρνω πίπα (Η.Π.Α.)

plating:  πίπα

player (1): παιχταράς

player (2): γκομενάκιας

play hardball: το παίζω σκληρό ροκ

play doctor: συμμετέχω σε σεξουαλικό παιχνίδι

play hooky: κάνω κοπάνα

pleb: πλέμπα. χλέμπα

plonk (1): φτηνιάρικο κρασί (Η.Β.)

plonk (2): κάτσε

plonker (1): πούτσος (Η.Β.)

plonker (2): στόκος, βλάκας

plug hole: μουνί

plums: αρχίδια

poison dwarf: κακεντρεχής πινέζα

poke (1): γαμάω

poke (2): χώμω μπουνίδι

polesmoker: πουστάρα, ψωλογλείφτης

pollack: Πολωνός (προσβλητικό)

pom: Βρετανός (Αυστραλία)

pommy: Βρετανός (Αυστραλία)

ponce (1): θυληπρεπής πουστάρα (Η.Β.)

ponce (2): νταβατζής (Η.Β.)

ponce (3): παράσιτο της κενωνίας (Η.Β.)

pong (1): βρωμονοπάω (Η.Β.)

pong (2): κινεζοειδής, κιτρινιάρης (προσβλητικό, Αυστραλία)

pongo (1): Αράπης (προσβλητικό)

pongo (2): Βρετανός (Αυστραλία)

poo: κακά

pooch: σκύλος, κοπρίτης

poof: γκέουλας (Η.Β., Αυστραλία)

poofter: γκέουλας (Η.Β., Αυστραλία)

pooftah: γκέουλας (Η.Β., Αυστραλία)

poofy: γκεοπρεπές (Η.Β.)

poon: μουνί

poonani: μουνί

poontang: μουνί

poop: σκατά, χέσιμο

pooped: πτώμα

poop out: έγινα πτώμα

poot: κλάνω

pop (1): πουλάω σε ενεχυροδανειστήριο (Η.Β.)

pop (2): πίνω (ναρκωτικό) χάπι

pop (3): βαράω (ναρκωτικό) ένεση

pop (4): γαμάω

pop (3): ρίχνω μπυκέτο

pop (4): σκοτώνω

pop it: τινάζω τα πέταλα (Η.Β., Αυστραλία)

pop one’s clogs: τινάζω τα πέταλα (Η.Β.)

pop one’s rocks: χύνω

poppers: πόπερς, νιτρικό άμυλο

popping band: ξοδεύω φταλέ

popping tags: ψωνίζω

pop someone: χώνω μπουκέτο

porch monkey: αράπης (προσβλητικό)

pork: γαμάω

porker (1): μπάτσος-γουρούνι

porker (2): χοντρομπαλάς

pork pie: ψεύδη (Η.Β.)

possie: συμμορία, παρέα

pot: χόρτο, μαύρο

pothead: χασίκλας

pox: σύφιλη

poxy: για τυον πούτσο, χτικιάρικο

prang:  στουκάρω (Η.Β.)

pratt:  ηλίθιος (Η.Β.)

pray to the porcelain god:  ξερνάω

preggers:  γκαστρωμένη

preppie:  κυριλέ, βουπού

prezzy: δωράκι

prick (1): πούτσος

prick (2): τσογλάνι, αρχίδι

prick tease: πουτσανάφτρα

pro: ειδικός

prong: πούτσος

props: σπεκ, σωραίος

pse (porn-star experience): πουσουέ

pseud: κουλτουριάρης, κουλτούρα να φύγουμε

pseudy: κουλτουριάρης, κουλτούρα να φύγουμε

psycho: ψυχάκιας

puke: ξερνώ, ξερατό

pull (1): κάνω τζούρα καπνού (κάθε είδους)

pull (2): γουλιά ποτού

pull (3): δύναμη, κονέ

pull an all-nighter: τραβάω ολονύκτια διάβασμα ή δουλειά

pullet: πουσταρέλι, γιουσουφάκι (Η.Β.)

pull off: τραβάω μαλακία

pump (1): κλάνω (Η.Β.)

pump (2): γαμάω (Η.Π.Α.)

pumped: την έχω καταβρεί

push: πουλάω ναρκωτικά

pusher: έμπορος ναρκωτικών

pussy (1): μουνί

pussy (1): χέστης

pussy fingering: μουνοδάχτυλο

pussy-whipped: κερατούκλης, μουνιενιές

putdown: αδειάζω, σνομπάρω

puton: απάτη, λαμογιά

putz: απάτη, λαμογιά

pythonesque: παπάρας, μαλάκας

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s