raas – rusty trombone

raas: μαλάκας, παπάρας (Τζαμάικα)

rabbit: ομιλία, λακριντί

rack (1): βυζούμπες

rack (2): κρεβάτι

racket (1): βαβούρα

racket (2): απασχόληση

racket (3): κομπίνα

rack out: κόβω τούφες

rad: γαμάτο, τζαμάουα

radioactive: δημοφιλής

rag (1): μουνόπανο

rag (2): φυλλάδα

rag (3): κάνω καζούρα σε κάποιον

rage: γαμάτο πάρτι

rag-head: άραβας (προσβλητικό)

ragtop: κάμπριο

rainbow-kick:  λαμπρέτα (είδος μπαλιάς)

ralph (1): ξερνάω

ralph (2): δεξιά στροφή (Η.Π.Α.)

ram (1): γαμίκουλας

ram (2): γαμάω

ramrod: πούτσος

randy: καυλιάρης/α (Η.Β.)

rap (1): κατηγορία

rap (2): ραπάρω

raspberry: είδος κραξίματος και γιούχας που συνίσταται στην απομίμηση ήχου κλανιάς, ζάρπα

rat (1): καρφί, σπιούνος

rat (2): σκουληκιάρης

rat-arsed: ντίρλα

ratfink: καρφί, σπιούνος

ratbag: σκουλικιάρης, ψαροκασέλα

rat on: καρφώνω κάποιον

rear end: κώλος

red eye: νυχτερινή πτήση λη δρομολόγιο

red tide: ήρθαν οι Ρώσοι

reeb: μπύρα στα ποδανά

reefer: μπάφος, γάρο, τσιγαριλίκι, ρο, φόσμπα

regular: πελατάκι, μονιμάς

reject: άκυρος (σε σχολικό περιβάλλον)

remainer: μενουμευρώπης

remainiac: μενουμευρώπης

renob: καύλα, σηκωμάρα

rentacop: σεκιουριτάς

rents: γονείς, οι γέροι

respek: ρησπέκτ. σπεκ

retard: καθυστέρα

rice burner: γιαπωνέζικη μηχανή ή αμάξι, τζαπανάκι

ride (1): αυτοκίνητο

ride (2): γαμάω

riff: ριφ, ριφάκι

rig: ανδρικά γεννητικά όργανα (Η.Π.Α.)

right-on: έτσι, αυτά είναι

rimjob: γλειφοκώλι, ροδέλα

riot: σκέτο πανηγύρι, σκέτο γλέντι

ripe: άπλυτο, βρωμερό. Κυριολεκτικά, “γινωμένο”

rip off (1): κλέβω

rip off (2): εξαπατώ

ripper (1): σκίζω χασέ, δυνατή πορδή

ripper (2): γαμάτα, τζάμι

roach (1): μπάφος

roach (2): η τελευταία άκρη του μπάφου

roarer: κραγμένη πούστρα (Η.Π.Α.)

roast beef curtains: μουνόχειλα

rocking: γαμάτα, τζάμι

rocks (1): διαμαντικά

rocks (2): αρχίδια

rod (1): πιστόλι (Η.Π.Α.)

rod (2): πούτσος

roger: γαμάω γκόμενα (Η.Β.)

rolling in the dough: χέζομαι στο τάλιρο

rooster: κολομπαράς, κυρίως στη φυλακή

root: γαμάω

rotter: σκατόψυχος

(the) rough end of the pineapple: αγγούρι (Αυστραλία)

rough trade: βίαιη ή άξεστη αρσενική πόρνη

roundeye (1): λευκός

roundeye (1): κωλοτρυπίδα (Η.Π.Α.)

rounhead: περιτμημένος πέοντας

rozzer: μπάτσος (Η.Β.)

rubber: καπότα

rube: σκατίβλαχος (Η.Π.Α.)

rubbish: σαχλαμάρες

rub-off: γυναικεία μαλακία

rub out: σκοτώνω

ruck: καβγάς

rude bits: γεννητικά όργανα, βυζιά (Η.Β.)

rude boy: μέλος συμμορίας (Τζαμάικα)

rudie (1): μέλος συμμορίας (Τζαμάικα)

rudie (2): σεξ

rug: περούκα, φλοκάτη

rug rat: πιτσιρίκι

rum: περίεργο

(the) runs: τσίρλα

ruski: Ρώσος (προσβλητικό)

rust bucket: παλιό σαράβαλο

rusty trombone:  φραπέ με παράλληλή κωλογλειφάδα

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s