S.A.- switch-hitter

S.A.: σεξ απήλ

sab: σαμποτάζ (Η.Β.)

saccharin: τζάμι, γαμάτο

sack (1): το κρεβάτι

sack (1): διώχνω, απολύω

sack artist: καμάκιας

safeword: λέξη ασφαλείας

salami (1): πούτσος (Η.Π.Α.)

salami (2): παπάρας  (Η.Π.Α.)

salt (1): κορίτσι, γκόμενα (Η.Β.)

salt (2): πρέζα  (Η.Π.Α.)

salt shaker: κώλος, κωλομέρια

salty: θυμωμένος, τσαντίλας

sambo: μαύρος (προσβλητικό)

same ol’, same ol’: μια απ’ τα ίδια,  τα ίδια σκατά

sand nigger:  Άραβας (προσβλητικό)

sap (1): ξυλοκοπώ

sap (2): διαβάζω, μελετώ

sap (3): στόκος, πανύβλακας (Η.Π.Α.)

sappy (1): χαζοβιόλης/α

sappy (2): σαχλά συναισθηματικός

sass: τσαχπινιά  (Η.Π.Α.)

sassy: με τσαχπινιά  (Η.Π.Α.)

sausage queen: πουτσομάνα

savage: γαμάτο

say what?  σοβρακολογείς;

scag: ηρωίνη

scally: τσογκανάκι (Η.Β.)

scalp: πουλάω στην μαύρη αγορά

scalper: μαυραγορίτης

schlong: πούτσος

scam: απάτη, κάνω λαμογιά

scammer: λαμόγιο

schizo: σχιζοφρενής

schlemiel: βλάκας, παπάρας (Η.Π.Α. / Γίντις)

schlong: πούτσος (Η.Π.Α. / Γίντις)

schmaltz: γλυκανάλατο, σιχαμερά μελό (Η.Π.Α. / Γίντις)

schmaltzy: γλυκανάλατο, σιχαμερά μελό (Η.Π.Α. / Γίντις)

schmeck (1): μυρωδιά, γεύση (Η.Π.Α. / Γίντις)

schmeck (1): πρέζα (Η.Π.Α. / Γίντις)

schmendrick: παπάρας, πουθενάς (Η.Π.Α. / Γίντις)

schmock: πρέζα (Η.Π.Α. / Γίντις)

schmuck: παπάρας, πουθενάς (Η.Π.Α. / Γίντις)

schmutter: ρούχα (Η.Π.Α. / Γίντις)

schnockered: ντίρλα (Η.Π.Α. / Γίντις)

schnook: φουκαράς, λούζερ (Η.Π.Α. / Γίντις)

schnozz: μυτόγκα (Η.Π.Α. / Γίντις)

schnozzle: μυτόγκα (Η.Π.Α. / Γίντις)

scoff: μασουλάω

screw up (1): παίχτηκε μαλακία, το σαπίσαμε

screw up (2): ο υπεύθυνος της ως άνω μαλακίας

score (1): σταυρώνω γκόμενα/ο

score (2): αποκτώ καλούδια ή ναρκωτικά

scrag (1): παρενοκλώ, δέρνω (Η.Β.)

scrag (2): σκοτώνω (Η.Π.Α.)

scrag (3): γαμάω (Η.Π.Α.)

scram: ξου, ουστ

screamer: ξεφωνημένη

screw (1): γαμάω κάποιον (κυριολεκτικά)

screw (2): γαμάω κάποιον (μεταφορικά)

screw (3): τα κάνω σκατά

screw (4): καρφώνομαι σε κάποιον με το βλέμα (Η.Β.)

screw (5): κλέβω, ξαφρίζω (Η.Β.)

screw (6): φύλακας φυλακής (Η.Β.)

screw up: τα κάνω σκατά

screwy: τρελάρα

scrilla: φταλέ, μπαγιόκο

scrote: αρχίδια!

scrub (1): λίγδα(ς)

scrub (2): ρίχνω άκυρο

scrubber: τσούλα

scuffer: μπάτσος (Η.Β.)

scum: σκουληκιάρης

scumbag: σκουληκιάρης

scum-sucker: σκουληκιάρης

scumwad: σκουληκιάρης

scunner: σκουληκιάρης (Η.Β.)

scuzz (1): λίγδα, βρώμα

scuzz (2): σκουληκιάρης

scuzzball: σκουληκιάρης

scuzzy: λιγδιάρικο

see a man about a dog: πάω να κάνω κάποια δουλειά ή να χέσω

selfie stick: σελφομπάστουνο, σελφιέρα

send: με στέλνει. Χρησιμοποιείται σε κλυκλους jazz από την δεκαετία των 40

septic: αμερικανός. Εν του septic tank που είναι ομόηχο με το yank (Αυστραλία)

sex bomb: μουνάρα, σεξουάλα

sexpot: μουνάρα, σεξουάλα

sexting: αποστολή γυμνημάτων, αποστολή μουνημάτων

sexquisite: σεξαιρετικός

shack: φιλοξενώ τον εαυτό μου σε ξένο σπίτι

shack up: συζώ

shade: θάβω κάποιο/α διακριτικά με σπόντες

shades: γυαλιά ηλίου

shaft (1): πούτσος

shaft (2): σεξ

shaft (3): αγγούρι (τρώω)

shafting: αγγούρι (τρώω)

shart: χεκλάνω

shag: γαμάω, φυστικώνω (H.B., Αυστραλία)

shagged-out: πτώμα (H.B.)

shake down (1): εκβιάζω

shake down (2): εξονυχιστική έρευνα

shamus: ντετέκτιβ (Η.Π.Α.)

shed-load: τεράστια ποσότητα

sheeny: Εβραίος (προσβλητικό, Η.Β.)

sheila: γκόμενα (Αυστραλία)

shekels: μπικικίνια

shickered: ντίρλα (Η.Π.Α., Αυστραλία, Γίντις)

shiksa: σιχαμένη μη Εβραία (προσβλητικό, Η.Π.Α., Γίντις)

shill: κράχτης, κλακαδόρος

shine: μαύρος (προσβλητικό, Η.Π.Α.)

ship (1): σιπάρω, γουστάρω κάποιο πρόσωπο ή ζευγάρι

ship (2): σχέση, εκ του relationship

shirt-lifter: το σηκώνει το σακάκι

shit (1): σκατά

shit (2): παλιάνθρωπος

shit (3): παπαρολογίες

shit (3):  πράμα (ναρκωτικά)

shit, the:  δεν υπάρχει, τζάμι

shitass: ηλίθιος

shitbag: ηλίθιος

shitbagger: ηλίθιος

shitbrains: ηλίθιος

shit bricks: κλάνω μέντες, κλάνω πετούγιες

shitcanned: απολυμένος

shitcunt: ηλίθιος

shitdick: ηλίθιος

shite: παραλλαγή του shit (Η.Β.)

shitfaced: ντίρλα (Η.Π.Α.)

shit-for-brains: πανύβλακας

shitful: ένας σκασμός, τίγκα

shit fucker: κόπανος, τσογλάνι

shithead: σκατοκέφαλος, τσογλάνι, μαλάκας

shithole (1): σκατότρυπα

shithole (2): ηλίθιος

shit-hot: γαμάτο

shithouse (1): τουαλέτα

shithouse (2): για τον πούτσο

shitkicker: λούμπεν εργάτης

shitkickers: πατούμενα, μπότες

shit-list: σκατολίστα, μαύρη λίστα

shitload: σκατολίστα, μαύρη λίστα

shitstorm: μαδομούνι, της πουτάνας

shitty: άθλιο, καλής ποιότητας

shiz: σκατά

shlepp (1): σέρνομαι με δυσκολία (Η.Π.Α., Γίντις)

shlepp (2): σιχαμένο και δυσάρεστο άτομο (Η.Π.Α., Γίντις)

shlepper: σιχαμένο και δυσάρεστο άτομο (Η.Π.Α., Γίντις)

shlock: για τον πούτσο, δευτεράντζα (Η.Π.Α., Γίντις)

shlockmeister (1): έμπορος προϊόντων της συμφοράς (Η.Π.Α., Γίντις)

shlockmeister (2): κονφερανσιέ της συμφοράς (Η.Π.Α., Γίντις)

shlong: πούτσος (Η.Π.Α., Γίντις)

shmeg: πανύβλακας (Η.Β., Γίντις)

shmegeggy: πανύβλακας, σιχαμένος (Η.Π.Α., Γίντις)

shmegeggy: πανύβλακας, σιχαμένος (Η.Π.Α., Γίντις)

shmoe: πανύβλακας, θύμας (Η.Π.Α., Γίντις)

shmooze: κατ’ ιδίαν κους-κους (Η.Π.Α., Γίντις)

shoes: λάστιχα αυτοκινήτου

shonk (1): μυτόγκα

shonk (2): Εβραίος (προσβλητικό)

shonky: Εβραίος (προσβλητικό)

shoot (1):  παραλλαγή του shit

shoot (2):  βαράω (ένεση)

shoot (3):  την κάνω στα γρήγορα (Η.Β.)

shooter:  πιστόλι, περίστροφο

shoot up:  βαράω (ένεση)

short arm:  πούτσος

shrimper:  ποδολάγνος (Η.Π.Α.)

shrimping:  πιπίλισμα δακτύλων του ποδιού σπό ποδολάγνους (Η.Π.Α.)

shrink:  τρελογιατρός, ψυχαναλητής

shtick:  κόλπο, απάτη (Η.Π.Α., Γίντις)

shtup:  φιστικώνω, γαμάω (Η.Π.Α., Γίντις)

shum: ανάκατα σπέρμα και σκατά

shyster: λαμόγιο

sick: ωραίο, γαμάτο

sicko: ανωμαλάκιας

sing: τα ξερνάω (στην αστυνομία, κλπ)

six feet under: βλέπει τα ραδίκια ανάποδα, έχει πάει για βρούβες

six-pack: φέτες, εξαπάκετο

sixty-none: στάση 69

size queen: αδεκφή με φετίχ το μέγεθος του πέοντα

SJW (social justice warrior): δικαιωματιστής

skank (1):  τσούλα

skank (2):  μπάζο, χαμούρα

skank (3):  συσάρεστο ή εμετικό

skeet:  χύσια

skeleton in the closet:  ένοχο μυστικό

skid-mark: κωλοφρενάρισμα στο σώβρακο

skimming:  υπεξαίρεση

skin: σκινάς

skint: ταπί

skippy: κραγμένη αδερφή

skirt: γκόμενα, καλτσοδέτα (προεβλητικό)

skive: λούφα, κοπάνα

skiver: λουφαδόρος, κοπανατζής

skosh: λιγάκι

skull: άγριο τσιμπούκι

skullfuck (1): άγριο ξυλίκι

skullfuck (2): άγριο τσιμπούκι

slammer: ψειρού, φυλάκα

slag (1): τσούλα (Η.Β.)

slag (2): παλιάνθρωπος

slammed: ντίρλα (Η.Β.)

slammer: ψειρού, στενή

slang: αργκό, σλάνγκ, σλανγκιά

slanging match: ξεκατίνιασμα

slapper: εύκολη γκόμενα, πουτάνα (Η.Β.)

slay: κεντάω, γαμάω, πετυχαίνω κάτι γαμάτα και με δεξιοτεχία

sleazeball: γλοιώδης τύπος, γλίτσας

sleazo: γλοιώδης τύπος, γλίτσας

sleazoid: γλοιώδης τύπος, γλίτσας

slime (1): γλίτσα(ς)

slime (2): χύνω (Αυστραλία)

slimeball: γλοιώδης τύπος, γλίτσας

slimebucket: γλοιώδης τύπος, γλίτσας

slit:  μουνί

slob:  τσαπατσούλης, βρωμιάρης

sloshed:  ντίρλα

slot (1):  σούφρα (στα γκέικα)

slot (2):  μουνί

slut:  τσούλα, ξέκωλο

slutbag:  τσούλα, ξέψωλο

smack: πρέζα

smack-head: πρεζόνι

smart alec: ξερόλας, εξυπνάκιας

smart-ass: ξερόλας, εξυπνάκιας

smeg (1): βλάκας ή / και βρωμιάρης

smeg (2): σκατά

smeghead: στόκος, βλάκας

smidgin: μικροποσότητα, υποψία

smoke a sausage: τσιμπούκι, πίπα

snakes and ladders:  φιδάκι

snatch:  μουνί

snatched:  άψογο, γαμάουα

snowball: είδος τσιμπούμερανγκ κατά το οποίο η/ο πεοθυλάζουσα/ων φτύνει το σπέρμα στο στόμα του τσιμπουκωθέντος.

soulmate: αδελφή ψυχή

snafu: χάος, τα γαμήσαμε

snazzy: στιλάτο, κυριλέ

snitch: καρφί

snog: φιλάω

snorker: λουκάνικο, πούτσος (Αυστραλία)

snot (1): μύξα

snot (2): παλιομαλάκας

snotty: ψηλομύτης, σνομπ

snow: κοκαίνη

snuff: σκοτώνω

snuff film (1): παράνομη πορνογραφική ταινία με πραγματικό βασανισμό και δολοφονία του “ηθοποιού” (μάλλιον πρόκειται για αστικό μύθο)

snuff film (2): σπλατεριά

snuff it: τα κακαρώνω

S.O.B.: παλιομαλάκας (εκ του son of a bitch)

social justice warrior (SJW): δικαιωματιστής

sod: παλιομαλάκας (H.B.)

sod off: σάλτα και γαμήσου

soft boy: θηλυπρεπής, αδελφή (Τζαμάικα)

soft sawder: γλείψιμο, κολακεία

solid (1): γαμάτο, καλό

solid (2): διαδοχικό

soof: ορκίζομαι στη φιλία μας

something else: το κάτι άλλο

son of a bitch: παλιομαλάκας

soup coolers: τσιμπουκόχειλα, σουφρόχειλα

souped up: κωλοφτιαγμένο (αμάξι, μηχανή)

spaced-out: λιωμίδης, φευγάτος

spade: μαύρος, αράπης (προσβλητικό)

spazz: σπασικλάκι

spam filter: σπαμοπαγίδα, σπαμέστρα

specs: γυαλιά

speed: αμφεταμίνες

speedfreak: χρήστης αμφεταμινών

sperg: άτομο με σύνδρομο Άσπεργκερ

sperm bucket: χυσοκουβάς, χυσοκανάτα, σπερματοκανάτα, χυσαποθήκη

spermbank: χυσοκουβάς, χυσοκανάτα, σπερματοκανάτα, χυσαποθήκη

spic: σπανιόλος, Ιταλός (προσβλητικό)

spiffing: τζαμάτο, τζιτζί

spill the beans: τα ξερνάω όλα

spiv: λαμόγιο (Η.Β.)

splatter movie: σπλατεριά

splice: κάνω σεξ (Η.Β.)

spliff: μπάφος

split: τηγκανά

spit game: φλερτάρω, καυλαντίζω

spliff: μπάφος, γάρο, τσιγαριλίκι, ρο, φόσμπα

splooge: χύνω

splosh (1): γκόμενα (Η.Β.)

splosh (2): σεξ (Η.Β.)

spook (1): κατάσκοπος (Η.Π.Α.)

spook (2): αράπης (προαβλητικό, Η.Π.Α.)

spoon: φασώνω

spooning: φάσωμα

spud: πατάτα

spunk (1): χύσια

spunk (2): νεύρο, ζωντάνια

spunk (3): ομορφάντρας

spunky: με νεύρο, με ζωντάνια

squad: παρέα κολλητών

squeeze a steamer: χέζω

square: συντηριτούκλα

squat: σκατά (Η.Π.Α.)

squeal: καρφώνω, τα ξερνάω

squiffy: ψιλομεθυσμένος

squirt (1): γυναικεία εκσπερμάτωση

squirt (2): μουνόγαλα

stacked: βυζαρού

stand-up: ντόμπρος

starkers: τσίτστιδος/η (Η.Β.)

stash (1): καβάτζα

stash (2): μουστάκι

stay put: δεν το κουνάω ρούπι

steal: ευκαιρία, κελεπούρι

stench trench: μουνί

stiff (1): πτώμα (κυριολεκτικά)

stiff (2): μεθύστακας

stiff (3): ευκαιρία, κελεπούρι

stiff (4): σκοτώνω (Η.Π.Α.)

stiff (5): κλέβω, εξαπατώ

stiff (6): κάνω σεξ (Η.Β.)

stiffie: στύση (Η.Β.)

sting (1): παγίδα, επιχείριση “κεντρί” (Η.Π.Α.)

sting (2): εκβιασμός (Η.Π.Α.)

stinky finger: μουνοδάχτυλο

stogie: πούρο

stoked, I’m (1): την έχω καταβρεί

stoked, I’m (2): την έχω ακούσει

stoned: μαστουρωμένος/η

stonkered: ντίρλα, καμένο(ς)

stonkers: βυζιά (Η.Β.)

stool pigeon: χαφιές

straight (1): στέητ, ετεροφυλόφιλος

straight (2):  κάποιος που δεν παίρωει ναρκωτικά

straight (3):  ντόμπρος

straight-shooter:  ντόμπρος

strawberry creams: βυζιά

street-fighting: βρωμόξυλο, ξυλίκι, ξυλέτο

street smart: βγαλμένος, μάγκας

strung out: στη τσίτα

stud: γαμίκουλας

stuff (1): πράμα, σταφ (ναρκωτικά)

stuff (2): γαμάω (κυριολεκτικά)

stuff (3): γαμάω (μεταφορικά)

stunner: θεόμουνο

submissive sex: αυταρχικό

suck(s): για τον πούτσο

suck a fat baby’s dick! σάλτα και γαμήσου!

suckass: ηλίθιος

suds: μπυρόνια

suh?  τι παίζει; τι λέει; εκ του wassup?

suit-up! ράψου

surfboard (1): πλάκα (άβυζη)

surfboard (2): τσούλα

sus: ύποπτο, αμφίβολο

swag (1): σουάγκ

swag (2): κλοπιμαία

sweat-hog: σιχαμένο άτομο (Η.Π.Α.)

sweet: γαμάτο, άψογο, τζαμάτο

swing: η σεξουαλική ανταλλαγή συντρόφων

swinger: άτομο που επιδίδεται σε σεξουαλική ανταλλαγή συντρόφων

swish: φαντεζί γκέουλας (Η.Π.Α.)

swing both ways: ψήνει το ψάρι κι απ τις δύο πλευρές

switcheroo: αλλαξοκωλιά

switch-hitter: μπάι, αμφιφυλόφιλος

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s