ta – tyke

ta: ευχαριστώ

tab: φιξάκι LSD

tacky: φτηνιάρικο, κακόγουστο, κιτς

taco-bender: Μεξικάνος (προσβλητικό)

tad: μια σταλιά, όσο πατάει η γάτα

tag along: φορτώνομαι

tadger: πούτσος (Η.Β.)

tag: υπογραφή γκραφιτίστα

tagger: γκραφιτίστας

tail (1): ακολουθώ

tail (2): γκόμενα (προσβλητικό)

tailpipe: κώλος (Η.Π.Α.)

take: εξαπατώ

take a dump: χέζω

take a leak: κατουρώ

take out: καθαρίζω, σκοτώνω

tanked up: ντίρλα

tanorexic: κολλημένος/η με το μαύρισμα

take the cue (1): ακολουθώ, μαϊμουδίζω

take the cue (2): πιάνω το υπονοούμενο, μπαίνω στο νόημα

take the piss (out of someone): κοροϊδεύω, κάνω καζούρα (Η.Β.)

T and A: κώλος και βυζιά, γυμνή γκόμενα (Η.Π.Α.)

tapped out: ταπί και ρέστος

tard: καθυστέρι

tart: καυλιάρα γκόμενα

tat: τατουάζ

TD: άπαιχτο, γαμάτο. Εκ του to die

tea (1): νέα, κουτσομπολιά

tea (2): 

tea bag: αρχιδοσκάμπιλα, τοποθέτηση των όρχεων στο στόμα ή στο πρόσωπο τινός

tear off a piece: κάνω σεξ

tear one off: κάνω σεξ

the big nasty: απαύτωμα, αποτέτοιωμα

the party is over: έκλασε η νύφη, σχόλασε ο γάμος

the trots: διάρροια

thick (1): τούμπανο

thick (2): μπετόβλακας

thick as shit: μπετόβλακας

thick as two short planks:  μπετόβλακας

thot: πουτανάκι, τσούλα (εκ του “that ho over there”)

throne: θρόνος, λεκάνη

throttle a darkie: χέζω (Αυστραλία)

thunder bowl: λεκάνη τουαλέτας (Η.Β.)

thundercunt: ηλίθιος, κλαπαρχίδης

ticker (1): καρδιά

ticker (2): ρολόι

tickle the ivories: παίζω πιάνο

tickle the pickle: μαλακίζομαι

tiddly: ψιλομεθυσμένος/η

thickhead: χοντροκέφαλος

thongs (1): στρινγκάκι (Η.Π.Α.)

thongs (2): σαγιονάρες (Αυστραλία)

thick that: αρνούμαι να το κάνω, να πα να γαμηθεί

throatfuck: βαθύ λαρύγγι

throwed: ντίρλα ή μαστούρα

throw shade: αδειάζω, κακολογώ

tight: γαμάτο, απολαυστικό, κουλαριστό (Η.Π.Α.)

tightwad: τσιφούτης, σπαγγοραμένος

time: διάρκεια φυλάκισης, φυλάκιση

tinkle: κατουράω

tinkler: πούτσος (Η.Β.)

tio taco: λατινοαμερικανός “μπαρμπαθωμάς” (Η.Π.Α.)

tit (1): βυζί

tit (2): μαλάκας, αρχίδι

tit-flaunting: βυζανάδειξη

titfuck: ισπανικό

tit-man: βυζάκιας

toasted: ντίρλα

todger: πούτσος (Η.Β.)

to die: άπαιχτο, γαμάτο (Η.Π.Α.)

to die for: άπαιχτο, γαμάτο (Η.Π.Α.)

toe jam: τριφτουλίδια, μαρμελάδα στα δάχτυλα που ποδιού

toe up: μπάζο, να μασάς σκατά και να φτύνεις

to feast one’s eyes on something: ξερογλείφομαι

to go viral: γίνεται βάιραλ

toff: του σαλονιού (Η.Β.)

toke: τζούρα σε μπάφο

tokus: κώλος  (Η.Π.Α.)

toffee-nosed: σνομπαρία  (Η.Β.)

together: οργανωμένος, συγκροτημένος

tongue-job (1): γλωσσόφιλο

tongue-job (2): πίπα

tongue sushi: γλωσσόφιλο  (Η.Π.Α.)

tonk (1): σεξ (Η.Β.)

tonk (2): βλακέντιος (Αυστραλία)

tool (1): πούτσος, “εργαλείο”

tool (2): βλακέντιος

tool (3): όπλο

tooled-up: ένοπλος (Η.Β.)

toot: σνιφάρω, κυρίως κοκαίνη

top: εκτελώ, σκοτώνω

tosser: μαλάκας (κυριολεκτικά)

toss-off: μαλακίζομαι

toss-pot: στόκος, βλάκας

total: καταστρέφω ολοκληρωτικά (π.χ. αμάξι σε τροχαίο)

totally: εντελώς τελείως

totally gone fishing: θεόμουρλος

to the max: έως τα μπούνια, στο φουλ

to trip (3): τριπάρω, μαστουρώνω

to trip (2): κακολογώ ή είμαι θυμωμένος άδικα

totsie: γκόμενα (Η.Β.)

tottie: εντελώς γκόμενα (Η.Β.)

tough titty: χέστηκα πατόκορφα, ας πρόσεχε

tout: χαφιές (Η.Β.)

toyboy: τεκνό κυρίας μιας κάποιας ηλικίας

tracks: σημάδια από βελόνες στα άκρα πρεζονίων

trailer trash: δευτεράντζα, μπασκλασαρία

tramp-stamp: ξεκωλόσημο, ξεκωλοτυπία, τσουλόσημο

trannie: τραβέλι

tranny: τραβέλι

trash: δευτεράντζα, μπασκλασαρία

trashed: ντίρλα

trigger: κουρδίζω, τσιγκλάω

trick (1): πελατάκι πόρνης

trick (2): εκπορνεύομαι

trick (3): τριχομονάδες

trill: γαμάτο, απολαυστικό, κουλαριστό

trip (1): μαστούρα

trip (2): τριπάκι (γενικότερα)

trippy: ψυχεδελικό

troll (1): τρολ

troll (2): μπάζο

tronk: μαλάκας, παπάρας

trot: τρότσκα, τροτσισκής (Η.Β.)

trouser bandit: πουστάρα (Η.Β.)

trouser gravy: χύσια

trouser snake: παντελονόψαρο, πούτσος

trout: μπάζο

true: πιστός, με μπέσα

trumpet: πορδή (Η.Β.)

tub of lard: χοντρομπαλάς, μπαφούσκας

tube (1): τηλεόραση

tube (2): τυπάς (Η.Β.)

tube steak: πούτσος (Η.Π.Α.)

tuchis: κώλος (Η.Π.Α.)

tucker: μαμ, μάντζα (Αυστραλία)

turd (1): κουράδα

turd (2): δυσάρεστο άτομο

turf: περιοχή ή γειρονιά σπείρας

turf war: πόλεμος επικράτησης

turkey (1): αποτυχία

turkey (2): στόκος, βλάκας

turkey neck: πούτσος (Η.Π.Α.)

turn a trick: εκπορνεύομαι

turn-off: με χαλάει, με απωθεί

turn-on: με φτιάχει, με ανάβει

turnt up: ντίρλα ή μαστουρωμένος/η

turnt: όταν φτιάχνεσαι ή περνάς γαμάτα σε πάρτι ή κλαμπ

tush: κώλος (Η.Π.Α.)

tushie: κώλος (Η.Π.Α.)

tuss: ηλίθιος

twang: μαλακίζομαι

twat (1): μουνί

twat (2): μουνίκακας, τσογλαναράς

twatwaffle: μουνίκακας, ηλίθιος, βαρεμένος

twerk: χωρός του κώλου (κυριολεκτικά, όμως)

twerp: μαλάκας, παπάρας

twigs & berries: γεννητικά όργανα

twit: βλακέντιος (Η.Β.)

twocking: κλοπή αυτοκινήτου

two-bit:  φτηνιάρικό, τσίπης

twonk (1):  πανηλίθιος

twonk (2):  μαλακίες, παπαρολογία

twot (1): μουνί

twot (2): μουνίκακας, τσογλαναράς

twunt:  τσογλαναράς, παλιοαρχίδι

tyke:  Καθολικός (Αυστραλία)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s