v – vitamin X

v: πολύ (εκ του very)

vag (1): μουνί

vag (2): αλητάμπυρας

vac: σχολικές διακοπές (Η.Β.)

vajayjay: μουνί. Αγαπημένη έκφραση του Cartman στο South Park

vagina dentata: μουνί με δόντι, κυριολεκτικά τε και μεταφορικά

vals, valley girls: φυλή βούρλων από την Καλιφόρνια

valspeak: γλωσσικό ιδίωμα των valley girls

vamp: ανάφτρα

vamp-up: βελτιώνω, κωλοφτιάχνω, καγκουρεύω (Η.Β.)

vanilla (1): απλό, συμβατικό

vanilla (2): λευκός

vape: ατμίζω

va-va-voom: ήχος μηχανής που μαρσάσει, εκφέρεται τη εμφανίσει καυλιδερής υπεργκόμενας

v-card:  παρθενιά

veep:  επίσημος, σελεμπριτόνι (εκ του V.I.P.)  (Η.Π.Α.)

veg out: κοπροσκυλιάζω, σαπιζω

velcro: λεσβία

velcro-head: μαύρος, αράπης (προσβλητικό)

ventilate: γεμίζω κάποιον ή κάτι “κουμπότρυπες”, πυροβολώ

vette: το εμβληματικό αυτοκίνητο Chevrolet Corvette

vibe(s): ενέργεια, αύρα

victim: βικτιμάς, θύμας (π.χ. της μόδας)

-ville: ειρωνικο λανγκικό επίθημα για τοποθεσίες ή καταστάσεις (π.χ. dullsville, endsville κ.ά)

vitamin A: LSD ή έκσταση

vitamin C: κόκα

vitamin E: έκσταση

vitamin T: φούντα

vitamin X: έκσταση

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s