wack – wussy

wack (1): κακός

wack (2): θεόμουρλος

wack (3): δολοφονώ

wack (4): ρε φιλάρα (Λίβερπουλ)

wacko: θεόμουρλος

wacky backy: γελαστό χόρτο, μαύρο

wacky: παλαβό, τρελιάρικο

wad (1): κασέρι, φταλέ

wad (2): ανδρικά γεννητικά όργανα, πουτσάρχιδα

waffle: φλυαρώ περί ανέμων και υδάτων

wag it: κάνω κοπάνα (Η.Π.Α.)

wag off: κάνω κοπάνα

wag: κάνω κοπάνα (Αυστραλία)

wail: πάω σφαίρα

walk the walk and talk the talk:  κάνω πράξη όσα λέω

walk: αποφυλακίζομαι

wallah: τύπος, άνθρωπος (Η.Β.)

wallop: ξύδι

wally (1): βλάκας, στόκος (Η.Β.)

wally (2): ξύδι

wallybasher: μπράβος

wamba: μπαγιόκο (Η.Β.)

wang(er): πούτσος

wang: πούτσος

wank stain: ασήμαντο και γελοίο ανθρωπάκι  (Η.Β.)

wank: μαλακία, μαλακίζομαι (Η.Β.)

wankathon:  μαλακομαραθώνιος, μαλακαθώνιος

wanker (1): μαλάκας (Η.Β.)

wanker (2): στόκος, βλάκας (Η.Π.Α.)

wanker’s cramp: κράμπα στο χέρι από την πολλή μαλακία

wankjob: μαλακία, καταχτύπι, φραπέ

wank-off: μαλακία, καταχτύπι, φραπέ

wannabe: δηθενάς, γουαναμπής

war paint: μακιγιάζ

warm fuzzies: καυλαντίσματα

war-paint: γυναικείο μακιγιάζ

wart: ενοχλητικό κι δυσάρεστο έτομο

washing:  επεξεργασία-καθάρισμα ναρκωτικών ουσιών

WASP: τυπικός αμερικανός λευκός

wassup?  τι παίζει; τι λέει;

waste: καθαρίζω, σκοτώνω

wasted (1): δολοφονημένος

wasted (1): εντελώς πτώμα

wasted (2): ντάγκλα ή ντίρλα

wasted (3): εξαντλημένος, πτώμα

watching the grass grow: η αναπαραγωγή της κάμπιας

water sports: ουρολαγνικό σεξ

way to go:  ετς, αυτά είναι!

wear low: με πρήζει

weasel words: ύπουλα και διπρόσωπα λόγια

weasel: νυφίτσα

wedgie: σηκωβράκι

weed (1): χόρτο, μαύρο

weed (2): αδύναμος, χλεχλές

weed (3): κλέβω΄ξαφρίζω (Η.Β.)

weenieτσουτσούνι

wee-wee: τρίσα

weirdo: περίεργος, ανωμαλάκιας

weisenheimer: εξυπνάκιας, ξερόλας (Η.Π.Α.)

well-hung: πουτσαράς

weltcher: τζαμπατζής, φεσαδώρος

wench: γκόμενα (προσβλητικό)

wet (1): καυλωμένη

wet (2): βλακέντιος (Η.Β.)

wet season: περίοδος περιόδου (σ.σ.: ωχ, αυτό θα μπορούσε να είναι και Κυπριακό όνομα)

wetback: μεξικανός λαθρομετανάστης (προσβλητικό)

whack: σκοτώνω, καθαρίζω

whacko: θεόμουρλος

whale tail:  κωλοχαράδρα, κωλοσχισμή, κερματοδέκτης

wham-bam-thank-you-ma’am: ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε

whammers: βυζιά (Η.Β.)

what say?  τι παίζει; τι λέει;

what the fuck is your problem?  τι ζόρι τραβάς;

what the fuck?  τι στον πούτσο;

whatchamacallit: ψιψιψόνι

whatever:  ο,τι να ‘ναι

what’s cracking?  τι παίζει; τι λέει;

what’s eating?  τι σε τρώει;

what’s up?  τι παίζει; τι λέει;

what’s your poison?   τι πίνεις;

wheel: μορφή, σπουδαίος

wheelie: σούζα (με μηχανή)

wheels: τουτού, αμάξι, μηχανή, μηχανάκι

whinge: γκρινιάζω

whip the skull on someone: παίρνω πίπα (Η.Π.Α.)

whip: αμάξι

white boy: μικρός σε μέγεθος μπάφος

white trash: γυφταριό, λευκοί μπουρτζόβλαχοι (προσβλητικό)

whitey: λευκός, ασπρούλιακας (Αφροαμερικανικά)

whiz (1): ξεφτέρι

whiz (2): κατουράω

whoever smelt it, dealt it: ο πρωτομυριστής και πρωτοκλάστης!

whoopee cushion:  κλανομαξίλαρο

whore: πουτάνα

whorebag: ηλίθιος

whoreface: ηλίθιος

wick: τσουτσούνι (Η.Β.)

wicked: άψογο, γαμάτο

wiener: τσουτσούνι

wienieτσουτσούνι

wifey: σύζυγος, γυναικούλα, έτερον ήμισυ

wilf: βλάκας (Η.Β.)

willie: λιλί, πέοντας

willy: λιλί, πέοντας

willy-nilly:  θες δε θες, εκών άκων, με το στανιό

wimp: κότα, χέστης

wimpy: σαν κότα, σαν χέστης

winkie (1): πούτσος (Η.Β.)

winkie (2): κώλος (Η.Π.Α.)

winks: τούφες, ύπνος

wipe out (1): σερφάρω μέσα από τεράστιο κύμα

wipe out (2): εξολοθρεύω, καταστροφή

wiped out (1): πτώμα

wiped out (2): ντίρλα

wiped out (3): κατεστραμμένος

wired (1): μπριζωμένος, τσιτωμένος

wired (2): με γερό βίσμα (Η.Π.Α.)

wiseass: ξερόλας (Η.Π.Α.)

with-it: μοδάτος, ιν

wog (1): μαυριδερός μετανάστης, προσβλητικό  (Η.Β.)

wog (2): Έλληνας, προσβλητικό  (Αυστραλία)

womba: μπαγιόκο (Η.Β.)

wonky: προβληματικό, ασταθές

woop woop: στού διαόλου την μάνα (Αυστραλία)

wop: Ιταλός (προσβλητικό)

word of finger: μέσω ίντερνετ

word of mouth: δια ζώσης

word! έτς! (Αφροαμερικανικά)

work ones ass off:   ξεπατώνομαι στη δουλειά

works:  τα παραφερνάλια του πρεζάκια (βελόνα, σύριγγα, κλπ)

wormy: σκουληκιάρης

wow: πω πω, ουάου

wreak havoc:  προκαλώ χάος, προκαλώ πανικό

wrecked: καμένος (από ναρκωτικά, κλπ)

wrongo: πατάτα, λάθος

wuss: κότα, χέστης (Η.Π.Α.)

wussy: κότα, χέστης (Η.Π.Α.)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s